Έχουν περάσει περισσότερα από εκατόν είκοσι χρόνια από τις συζητήσεις στο 2ο Συνέδριο του ΣΔΕΚΡ και τη συγγραφή από τον Λένιν του Τι να κάνουμε; και άλλων έργων για τα ζητήματα οργάνωσης και θεωρίας του Κόμματος, που επιβεβαιώθηκαν μέσα από μια συνεχή διαδικασία συγχώνευσης, σύμφωνα με τα λόγια του Ένγκελς, του «επιστημονικού σοσιαλισμού με το εργατικό κίνημα» κατά τη διάρκεια των ρωσικών επαναστάσεων του 1905 και του Φλεβάρη του 1917 μέχρι τον θρίαμβο της Μεγάλης Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης, τη σοβιετική εξουσία και τη σοσιαλιστική οικοδόμηση.
Αυτή η αντίληψη για το Κόμμα είναι μια καίρια συμβολή του Λένιν, που εμπλουτίζει τον μαρξισμό και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του, ποιοτικά διαφορετικό από αυτό που επικρατούσε στη Β΄ Διεθνή, η οποία τελικά δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει την έλευση του ιμπεριαλισμού ως ανώτατου σταδίου του καπιταλισμού, τους ανταγωνισμούς και τους πολέμους του και μαζί με αυτόν την έλευση της εποχής της κοινωνικής επανάστασης.
Οι Μαρξ και Ένγκελς είχαν προηγουμένως περιγράψει το Κομμουνιστικό Κόμμα και τα βασικά χαρακτηριστικά του ως κόμμα της εργατικής τάξης, ως κόμμα της ανατροπής του καπιταλισμού. Δεν είναι μικρό πράγμα, ας μην ξεχνάμε ότι το πρώτο προγραμματικό τους ντοκουμέντο δεν ονομάζεται «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», όπως είναι γενικά γνωστό, αλλά Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος.[1] Παρόλο που οι Μαρξ και Ένγκελς ήταν πάντα μαχητικοί και δρούσαν πολιτικά οργανωμένοι, η σκέψη τους επικεντρώθηκε ουσιαστικά στην επεξεργασία των θεμελίων της προλεταριακής κοσμοθεωρίας, της υλιστικής αντίληψης της Ιστορίας και δεν μπόρεσαν να αφιερώσουν χρόνο στο ζήτημα της θεωρίας του Κόμματος. Αυτό δεν τους εμπόδισε να καθορίσουν το ζήτημα του συνειδητού στοιχείου και ότι ο νέος τρόπος παραγωγής, που θα αντικαταστήσει τον καπιταλισμό, θα βασίζεται στη συνειδητή και οργανωμένη παρέμβαση του προλεταριάτου που θα πάει την υπόθεση της ταξικής πάλης μέχρι τέλους: Στην κατάκτηση της εργατικής επαναστατικής εξουσίας.
Οι συνθήκες της πολιτικής δράσης των Ρώσων μαρξιστών τους οδήγησαν να κάνουν μια μεγάλη ιδεολογική προσπάθεια προς αυτήν την κατεύθυνση, όχι μόνο στο πλαίσιο των συγκεκριμένων και ειδικών συνθηκών, αλλά προσδιορίζοντας τα γενικά και καθολικά χαρακτηριστικά της. Γι’ αυτό, η λενινιστική και μπολσεβίκικη θεωρία του Κόμματος δε λύνει μόνο ένα ζωτικό ζήτημα της Ρωσικής Επανάστασης, αλλά και της Παγκόσμιας Επανάστασης. Και αυτό αποκρυσταλλώνεται με την Γ΄ Διεθνή και τους 21 Όρους για την ένταξη στην Κομιντέρν, όπως υιοθετήθηκαν στο 2ο Συνέδριό της.
Η Ιστορία εμπλούτισε παραπέρα την πείρα για τον ρόλο του Κόμματος και μας έδωσε επίσης ορισμένα πικρά διδάγματα, που δεν πρέπει να ξεχαστούν.
Η διαδικασία αυτοδιάλυσης του Μεξικανικού Κομμουνιστικού Κόμματος το 1981 είναι ένα παράδειγμα αυτού, διότι ήταν μια παραίτηση από την πάλη για τον σοσιαλισμό και την ανάγκη ύπαρξης Κομμουνιστικού Κόμματος. Δεν ήταν μια αυθόρμητη απόφαση, αλλά μια διαλυτική πορεία που είχε πολλά επεισόδια. Ίσως το πρώτο να ήταν η παρατεταμένη κρίση στο Κόμμα από τη δραστική στροφή που σημειώθηκε όταν η μεξικανική αντιπροσωπία επέστρεψε από το 7ο Συνέδριο της Κομιντέρν. Υιοθετήθηκε ο στρατηγικός προσανατολισμός της «ενότητας με κάθε κόστος», που, από τη σύγκρουση και την αντιπαράθεση με την αστική κυβέρνηση, οδήγησε στη συμμαχία μαζί της για την προώθηση του λαϊκού μετώπου και, στα εργατικά ζητήματα, στην παραίτηση από τις θέσεις που είχαν κερδηθεί σε διάφορες συνδικαλιστικές διοικήσεις προκειμένου να διατηρηθεί η συμμαχία με τα σοσιαλδημοκρατικά ρεύματα σε μια ενιαία οργάνωση, τη Συνομοσπονδία Εργαζόμενων του Μεξικού. Όλο το έργο της διαμόρφωσης δεσμών με τις εργατικές μάζες, της οικοδόμησης μαζικών οργανώσεων και κινημάτων ανάμεσα στα 1924 και 1935 –παρά την περίοδο της παρανομίας μεταξύ 1929 και 1933– θυσιάστηκε για χάρη των ενωτικών οργανώσεων του μεξικανικού λαϊκού μετώπου. Ένα από τα μεγαλύτερα λάθη ήταν η διάχυση της Κομμουνιστικής Νεολαίας στην Ενοποιημένη Σοσιαλιστική Νεολαία του Μεξικού, η οποία αργότερα διαλύθηκε για να δώσει τη θέση της στη νεολαία του κυβερνητικού Κόμματος της Μεξικανικής Επανάστασης. Ήταν μια απόφαση ολοκληρωτικά λαθεμένη που δε συνάντησε καμιά αντίσταση ούτε από την Κομμουνιστική Νεολαία, ούτε από το ίδιο το Κόμμα. Αυτό το πλαίσιο οδήγησε έναν μεγάλο αριθμό στελεχών να θεωρήσουν σημαντικότερες τις ενωτικές οργανώσεις και το ίδιο το Κόμμα της Μεξικανικής Επανάστασης (που θεωρούνταν η υλοποίηση του μεξικανικού λαϊκού μετώπου), εγκαταλείποντας έτσι τις τάξεις του ΚΚ. Αυτό το πρώτο επεισόδιο προετοίμασε τις συνθήκες για την επιρροή του «μπραουντερισμού»[2], που το πρώτο μέτρο που πήρε ήταν η αλλαγή του ονόματος από ΚΚ Μεξικού σε Μεξικανικό ΚΚ και η τροποποίηση του Καταστατικού, που, εκτός από τις αλλαγές στον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, οδήγησε στη διάλυση των Κομματικών Οργανώσεων στις βιομηχανίες και στα βιομηχανικά κέντρα, διατηρώντας μόνο εδαφικές Οργανώσεις. Το γεγονός ότι αυτός ο προσανατολισμός δεν προχώρησε τόσο πολύ όσο στις περιπτώσεις των κομμάτων στις ΗΠΑ, στην Κούβα και στην Κολομβία, αυτό οφειλόταν στο άρθρο του Ζακ Ντικλό [3] που ασκούσε κριτική στον Μπράουντερ για τη διάλυση του ΚΚ ΗΠΑ, ενώ υπήρχαν σχέδια ακόμη και για συγχώνευση του Μεξικανικού ΚΚ με άλλες ομάδες στη λεγόμενη Σοσιαλιστική Ένωση του Μεξικού, η οποία είχε σχεδιαστεί κατ’ εικόνα της Κομμουνιστικής Πολιτικής Ένωσης [4], δηλαδή ως ιδεολογικής λέσχης που περιοριζόταν στη μελέτη και στην προπαγάνδα, αλλά όχι στην πολιτική παρέμβαση.
Αυτά τα βήματα διευκόλυναν την υιοθέτηση ενός λικβινταριστικού προσανατολισμού και την επιταχυνόμενη προώθησή του στα μέσα της δεκαετίας του 1960 με βάση την πλατφόρμα από το 20ό έως το 22ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, ενώ, παρόλο που υπήρξε αντίσταση, αυτή δεν είχε τη δύναμη να τον ανακόψει. Ένας τέτοιος προσανατολισμός δεν ήταν αποκλειστικά ενδημικός, αλλά μέρος του οπορτουνιστικού ρεύματος του ευρωκομμουνισμού. Η προγραμματική του πλατφόρμα έθετε ως στόχο τη δημοκρατία, άρα την άρνηση και την αποκήρυξη της δικτατορίας του προλεταριάτου, αλλά και του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού και στην πραγματικότητα διέλυσε το Μεξικανικό ΚΚ. Η απόφαση να πάψει να είναι Κομμουνιστικό Κόμμα δεν ήταν παρά η λογική συνέχεια και το αποτέλεσμα της οπορτουνιστικής διάβρωσης. Ήταν μια μακροχρόνια διαβρωτική διαδικασία, παγιδευμένη στη λογική των ενδιάμεσων σταδίων και στη συμμαχία με στρώματα της αστικής τάξης και των μικροαστών, όπου η οργανωτική και προγραμματική αντίληψη αποδυναμώθηκε και η ταξική σύνθεση του Μεξικανικού Κομμουνιστικού Κόμματος αλλοιώθηκε. Σε αυτό το πλαίσιο, εγκαταλείφτηκε ο στόχος της δικτατορίας του προλεταριάτου, ο επαναστατικός δρόμος, ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός, ο μαρξισμός-λενινισμός, ο προλεταριακός διεθνισμός, η εσωκομματική ζωή παραμέρισε την ενότητα και την πειθαρχία για να δώσει τη θέση της σε φράξιες και σε μόνιμα ρεύματα, ενώ η επιστήμη του μαρξισμού-λενινισμού εγκαταλείφτηκε σταδιακά για να δώσει τη θέση της στον ιδεολογικό εκλεκτικισμό, στον αντισοβιετισμό, στον λεγόμενο «δημοκρατικό σοσιαλισμό», για να απορρίψει τελικά την πάλη και να περάσει ανοιχτά στο στρατόπεδο της άρχουσας τάξης. Η διάλυση το 1981 ήταν αποτέλεσμα του οπορτουνισμού και της λικβινταριστικής πολιτικής πολλών δεκαετιών.