Θα πρέπει να εξετάσουμε την Κομιντέρν ως την αφετηρία του Κομμουνιστικού Κόμματος, τόσο ως έννοιας όσο και ως κατηγορίας. Αυτό ούτε αποτελεί αυθαίρετη επιλογή, ούτε σημαίνει ότι αμελούμε την κομματική οργάνωση της εργατικής τάξης όπως συμβαίνει εδώ και δεκαετίες. Η Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 δημιούργησε ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά επιτεύγματα: Το Κομμουνιστικό Κόμμα. Το να ταυτίζουμε τις απαρχές του Κομμουνιστικού Κόμματος με την Κομιντέρν αποτελεί φόρο τιμής στην Οκτωβριανή Επανάσταση, αλλά δεν είναι μόνο αυτό.
Η Ένωση των Κομμουνιστών ήταν μια οργάνωση για μια περίοδο μετάβασης
Η Ένωση των Κομμουνιστών, της οποίας το πρόγραμμα συντάχτηκε από τους Μαρξ και Ένγκελς το 1848, δεν υπήρξε μια φιλόδοξη μορφή που θεωρητικά είχε προσχεδιαστεί ως εργαλείο για την πάλη της εργατικής τάξης να καταλάβει την πολιτική εξουσία. Σε μια εποχή όπου η εργατική τάξη είχε αρχίσει να αποκτά πιο εξέχοντα ρόλο και επρόκειτο να ξεσπάσει κρίση, η δημοκρατική και κομμουνιστική πάλη έγερνε προς την πλευρά της εργατικής τάξης. Τα δημοκρατικά και κομμουνιστικά κίνητρα αναπόφευκτα ήταν συνυφασμένα μεταξύ τους.
Ο δημοκρατικός μετασχηματισμός της κοινωνίας αποκρυσταλλώθηκε θεωρητικά κυρίως με την πραγματοποίηση της Γαλλικής Επανάστασης και την προοπτική που ανοίχτηκε από την πράξη αυτήν. Η ανατροπή του Παλαιού Καθεστώτος[1], η πολιτικοποίηση του εργατικού-λαϊκού κινήματος στο πλευρό του Διαφωτισμού, η διαμόρφωση των μηχανισμών συμμετοχής των μαζών στην πολιτική ζωή κ.ά., σήμαιναν ότι χρειαζόταν να επέλθουν συνταγματικές αλλαγές, να διαμορφωθούν πολιτικές δομές βάσει του καθολικού εκλογικού δικαιώματος και, εν τέλει, να επιτελεστεί το γκρέμισμα της θεσμοθετημένης κυριαρχίας της Εκκλησίας. Η πορεία που σημείωσαν αυτές οι εξελίξεις μπορούσε μονάχα να αποφέρει αποτελέσματα τα οποία θα στρέφονταν τελικά ενάντια στην καπιταλιστική εκμετάλλευση. Η εργατική τάξη, το ποσοστό της οποίας στον πληθυσμό είχε αυξηθεί σημαντικά ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης της βιομηχανίας, μπορούσε μονάχα να αναδειχτεί ως μια ηγέτιδα δύναμη της ταξικής πάλης με σκοπό να κατακτήσει την πολιτική εξουσία και είχε αποκτήσει δικό της πολιτικό πρόγραμμα και προσανατολισμό σε σύντομο διάστημα. Η επανάσταση θα εκτυλισσόταν όσο η εργατική τάξη των διαφορετικών χωρών γρήγορα θα προσέγγιζε και, εν τέλει, θα υπερέβαινε τα όρια του αστικού ορίζοντα.
Η προσέγγιση αυτή καθόρισε τη μορφή της οργάνωσης. Η Ένωση των Κομμουνιστών ήταν μια σχετικά χαλαρή και ανεπίσημη οντότητα σε σύγκριση με τις «επαναστατικές οργανώσεις», που είχαν ήδη επιδείξει την αποτελεσματικότητά τους ακόμη και στο πλαίσιο των αστικών επαναστάσεων. Η διεθνής σύνθεσή της τής έδινε τη δυνατότητα να υπερβεί την αστική επανάσταση, η οποία διαμόρφωσε την πάλη της εργατικής τάξης και την επαναστατική διαδικασία στα πλαίσια των εθνικών αγορών και των εθνών-κρατών, ως εκ τούτου οι εργάτες διαχωρίζονταν εθνικά. Ωστόσο, οι αντικειμενικές συνθήκες στις οποίες βασιζόταν η Ένωση απείχαν πολύ από το να θεωρούνται ομοιόμορφες. Η βιομηχανική επανάσταση στην Αγγλία ήταν απαράμιλλη από την άποψη της έντασης και της επίδρασής της. Στη Γαλλία, όπου ο επαναστατικός αναβρασμός είχε αντέξει για δεκαετίες και παρέμενε άσβεστος, η χώρα ήταν ως επί το πλείστον αγροτική και όχι βιομηχανική, με το αγροτικό στοιχείο να αποτελεί τη σημαντικότερη κοινωνική δύναμη. Σε ολόκληρη την Ευρώπη, ακόμη και στις γερμανόφωνες περιοχές, οι πολιτικοί αγώνες είχαν ως επίκεντρο την εγκαθίδρυση συνταγματικών μορφών κυβέρνησης και συνοδεύονταν από κινήματα που στέκονταν ενάντια σε αυτοκρατορίες που επηρεάζονταν από το αναδυόμενο κύμα του εθνικισμού. Όσο και αν η διεθνής προοπτική και διάρθρωση της Ένωσης των Κομμουνιστών ήταν φιλόδοξη, εν τούτοις αντιμετώπιζε προκλήσεις για τη διατήρηση μιας ξεκάθαρης και ενιαίας στόχευσης.
Επιπλέον, η παρέμβαση των Μαρξ και Ένγκελς στην Ένωση των Κομμουνιστών συνέπεσε σχεδόν ακριβώς με το ξέσπασμα της επανάστασης, αφήνοντάς την βυθισμένη στη διαπάλη χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να προσφέρει μια συγκεντρωτική ηγεσία ή ακόμα και κάποιου είδους συντονισμό. Σχεδόν ταυτόχρονα γίνονταν οι προσπάθειες να διαμορφωθεί μια γραμμή που να κατευθύνει τα δημοκρατικά αιτήματα προς τον κομμουνισμό, να συμμετέχουν πρωτοπόρα οι κομμουνιστές στις εξεγέρσεις των αγροτών, καθώς και να καθοδηγήσουν το εργατικό κίνημα. Μετά από την εξέγερση του 1848, για λίγα χρόνια θα ακολουθούσε η έντονη καταστολή. Από το γεγονός ότι γεννήθηκε εν μέσω της κρίσης και της αναταραχής που συγκλόνιζε ολόκληρη την ήπειρο, η Ένωση των Κομμουνιστών αντιπροσώπευε το πρώτο πείραμα της κομμουνιστικής πάλης και οργάνωσης. Ωστόσο, δεν πρόσφερε κάποιο ξεκάθαρο μοντέλο που θα μπορούσε να ακολουθηθεί. Οι κομμουνιστές ανταποκρίθηκαν στις άμεσες πρακτικές ανάγκες, πασχίζοντας να δώσουν μορφή στη μετάβαση από τη δημοκρατική αστική επανάσταση στην οργάνωση της εργατικής τάξης.
Η Διεθνής: Το λίκνο της αποκρυστάλλωσης του κομμουνισμού
Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, που αναδύθηκαν στο επόμενο στάδιο, απέκτησαν μορφή στις συγκεκριμένες συνθήκες της Γερμανίας. Στο μεσοδιάστημα αυτών των δύο περιόδων, η Διεθνής Ένωση των Εργατών –που πέρασε αργότερα στην ιστορία ως η Α΄ Διεθνής– ιδρύθηκε το 1864 και θα κατάφερνε να αντέξει μόλις μέχρι το τέλος της Παρισινής Κομμούνας το 1871, όταν και συντελέστηκε η διάσπασή της. Η Α΄ Διεθνής δε χρειάζεται να εξεταστεί ξεχωριστά από την άποψη της διαμόρφωσης του Κομμουνιστικού Κόμματος.
Η Α΄ Διεθνής χρησίμευσε ως το στάδιο στο οποίο το εργατικό κίνημα επανάκαμψε μετά από την περίοδο της αντίδρασης που ακολούθησε τις επαναστάσεις του 1848. Ωστόσο, αυτό το στάδιο έβριθε από αντιπαραθέσεις μεταξύ ενός σύνθετου πλέγματος από παρατάξεις –ιδίως τους μαρξιστές και τους αναρχικούς, αν και όχι αποκλειστικά αυτούς. Στην πραγματικότητα, αυτές καθαυτές οι αντιπαραθέσεις καθιστούν ιδιαίτερα πολύτιμη την εμπειρία. Η άρνηση της αναρχικής πτέρυγας να εμπλακεί στην επιδίωξη της κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας, όξυνε την αποφασιστικότητα των κομμουνιστών να κατακτήσουν την εξουσία μέσα από την επανάσταση –μια στάση την οποία ενίσχυσαν τόσο με θεωρητικά επιχειρήματα όσο και με πρακτικές οργανωτικές προτάσεις. Πέρα από αυτήν την πόλωση, η Διεθνής απορρόφησε διαφορετικές πλευρές μιας δυναμικής που κληρονομήθηκε από αστικοδημοκρατικά επαναστατικά κινήματα.
Δεν ήταν μόνο ότι υπήρχαν ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές, αλλά μέχρι και η οργανωτική δομή παρουσίαζε ποικιλομορφία. Επρόκειτο για έναν σχηματισμό που περιλάμβανε ως μέλη του ολόκληρα κόμματα, μέχρι και μεμονωμένα άτομα, ομάδες και συνδικάτα. Από την άποψη της δομής, της ιδεολογίας και του προγράμματος, η Α΄ Διεθνής απείχε κατά πολύ από την ομοιογενή έννοια ενός «κόμματος» όπως την καταλαβαίνουν όχι μόνο οι κομμουνιστές, αλλά και η αστική τάξη κατά τον 20ό αιώνα.
Η διάλυσή της το 1876 δεν επηρεάστηκε μόνο από την αντιδραστική περίοδο που ακολούθησε την Παρισινή Κομμούνα, αλλά και από τις εσωτερικές διαφορές, που αποδείχτηκαν αγεφύρωτες. Παρότι η Β΄ Διεθνής, η οποία ιδρύθηκε το 1889, επωφελήθηκε και εκείνη από αυτήν την ποικιλομορφία, εν τούτοις, εξελίχτηκε ως ένα πιο συνεκτικό οργανωτικό μοντέλο.
Η σοσιαλδημοκρατία ως το πρώτο μοντέλο
Όπως στις πρώιμες εμπειρίες, αυτή η ποικιλομορφία προερχόταν από την αναγκαιότητα να παγιωθούν τα διάφορα ρεύματα του εργατικού κινήματος. Μια τέτοια ποικιλομορφία ήταν αναπόφευκτη, αφού κανένα από αυτά τα ρεύματα δεν είχε ένα τόσο αποδεδειγμένο ιστορικό επιτυχίας που να είναι ικανό να ανοίξει τον δρόμο ώστε ένα από αυτά να επικρατήσει στην ταξική πολιτική. Ωστόσο, γνωρίζουμε ότι μια οργάνωση προσανατολισμένη προς την «οργάνωση της επανάστασης» είναι θεμελιωδώς διαφορετική από μια πλατφόρμα σχεδιασμένη να ικανοποιεί την απαίτηση για μια «οργάνωση-ομπρέλα». Η Β΄ Διεθνής ποτέ δεν επέστρεψε στο μοντέλο της προκατόχου της.
Ήδη από την ίδρυσή της, η σοσιαλδημοκρατία είχε στόχο να ενώσει ένα κατακερματισμένο τοπίο κάτω από κοινή σημαία, καθιστώντας αναγκαία την ύπαρξη μιας ευέλικτης και χαλαρά δομημένης μορφής. Σε χώρες όπου η σοσιαλδημοκρατία απέκτησε δύναμη, συνασπίστηκε ως ένα ενιαίο σώμα αποτελούμενο από μαζικά συνδικάτα και μαζικά πολιτικά κόμματα –μια μορφή ενότητας που αποδείχτηκε άκρως αποτελεσματική σε αρκετά έθνη.
Υπάρχει ισχυρή σύνδεση μεταξύ των εγγενών χαρακτηριστικών αυτής της δομής και της προσήλωσης του κόμματος στις εκλογικές διαδικασίες. Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, ως μοντέλο, λειτούργησαν στο πλαίσιο της κοινοβουλευτικής αστικής δημοκρατίας.
Αναμφίβολα, το πιο σημαίνον παράδειγμα ήταν το Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα της Γερμανίας, το οποίο –έχοντας τους Μαρξ και Ένγκελς στο πλευρό του και καθοδηγούμενο από τον Καρλ Κάουτσκι, έναν από τους κορυφαίους μαρξιστές θεωρητικούς της εποχής– αναδύθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού ως ο κολοσσός του διεθνούς εργατικού κινήματος που καθόρισε τη Β΄ Διεθνή. Στη Γερμανία δεν ήταν η βιομηχανοποίηση που υστερούσε, αλλά ο σχηματισμός ενός συγκεντρωτικού έθνους-κράτους. Η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, με τον φεουδαρχικό κατακερματισμό της εξουσίας, είχε μεταφέρει αυτήν τη διαίρεση και στον 19ο αιώνα. Παρότι αυτή η δομή αντιμετώπιζε ως βάρος τις κοινωνικές κατακτήσεις της Επανάστασης του 1789, εν τέλει δεν μπόρεσε να αντισταθεί στις εκσυγχρονιστικές και συγκεντρωτικές δυνάμεις της Γαλλικής Αυτοκρατορίας, με αποτέλεσμα να υποκύψει κατά τους Ναπολεόντειους Πολέμους. Αυτή η διαδικασία, η οποία ενίσχυσε το ιδεώδες της γερμανικής ενοποίησης, πυροδοτήθηκε από την πρόοδο του καπιταλισμού σε γερμανικά εδάφη. Εν μέσω του ανταγωνισμού μεταξύ διάφορων περιφερειακών πρωτευουσών, η Πρωσία –με επίκεντρο το Βερολίνο– αναδύθηκε σταδιακά ως κυρίαρχη δύναμη.
Η ενοποίηση της Γερμανίας το 1871 σηματοδότησε την έναρξη μιας περιόδου σημαντικής οικονομικής ανάπτυξης. Στη Γερμανία η κοινωνική και πολιτική νίκη του καπιταλισμού δεν επιτεύχθηκε μόνο μέσω ενός λαϊκού κινήματος από τα κάτω, αλλά μέσω μιας κρατικά καθοδηγούμενης ενοποίησης από τα πάνω. Παράλληλα με αυτήν την πορεία, η γερμανική αστική τάξη αρχικά ανέλαβε αποφασιστική δράση ενάντια στο εργατικό κίνημα. Σε αντίθεση με τις αστικές επαναστάσεις σε άλλα μέρη της Ευρώπης, οι οποίες σημαδεύτηκαν από εξεγέρσεις των μαζών, η γερμανική επανάσταση δεν κορυφώθηκε ως έκφραση της λαϊκής πάλης, αλλά ως η κατοχύρωση της κρατικής εξουσίας. Αυτό το σημείο καμπής δε σηματοδοτήθηκε από τους εργάτες, που πίεζαν για μια δημοκρατική αντιπροσώπευση, αλλά από τη στέψη ενός κοινού αυτοκράτορα. Η πολιτική αντιδραστικότητα αυτής της από τα πάνω προς τα κάτω διαδικασίας ήταν τόσο σκληρή, που το 1878 στο Ράιχσταγκ ψηφίστηκε ο «αντισοσιαλιστικός νόμος», βάζοντας άμεσα στο στόχαστρο τους σοσιαλδημοκράτες –δηλαδή τους κομμουνιστές εκείνης της εποχής. Ο νόμος θα παρέμενε σε ισχύ, με διάφορες επεκτάσεις, μέχρι το 1889.
Πέρα από τις πιέσεις που κράτησαν την οργάνωση των κομμουνιστών εκτός νόμου για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, το Κόμμα σχηματίστηκε το 1875, κυρίως μέσω της συνένωσης δύο οργανώσεων. Η Λασαλική Γενική Γερμανική Εργατική Ένωση, με ημερομηνία ίδρυσης το 1863, και το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα της Γερμανίας, το οποίο ιδρύθηκε από τους μαρξιστές το 1869, συνενώθηκαν το 1875, σχηματίζοντας το Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα της Γερμανίας. Η εμπειρία, που θα πρόσφερε ένα οργανωτικό μοντέλο για το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα για πολλές δεκαετίες, ήταν ένα σχέδιο συνένωσης. Όπως ήταν φυσικό, το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα προϋπέθετε την ενότητα κινημάτων και στελεχών από διαφορετικές ιδεολογικές παραδόσεις. Αυτό είναι θεμελιωδώς διαφορετικό από τα Κομμουνιστικά Κόμματα του 1919, τα οποία διακήρυξαν ότι θα αναζητούσαν την αποκρυστάλλωση και την ομοιογένεια. Η διαίρεση της σοσιαλδημοκρατίας σε διάφορες παρατάξεις είναι εξ ορισμού εγγενές και έμφυτο χαρακτηριστικό της.
Ο μετασχηματισμός της Γερμανίας σε αυτοκρατορικό κράτος με τον εθνοκρατικό του χαρακτήρα επιτάχυνε σημαντικά την ανάπτυξη της αστικής τάξης και την καπιταλιστική ανάπτυξη της χώρας. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, η Γερμανική Αυτοκρατορία θα αντιπροσώπευε την καρδιά της ηπείρου, ανταγωνιζόμενη οικονομικά με την Αγγλία και πολιτικά με τη Γαλλία και τη Ρωσία.
Η ανάπτυξη του καπιταλισμού συνοδεύτηκε από την ανάπτυξη και την επέκταση της εργατικής τάξης, η οποία πολύ σύντομα έγινε η κεντρική τάξη της κοινωνίας. Ενάντια σε αυτήν τη δυναμική, τα όρια της αποτελεσματικότητας των μηχανισμών πίεσης ήταν σαφή. Πράγματι, το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και τα συνδικάτα εξελίχτηκαν σε μαζικό κίνημα, καθιστώντας ξεπερασμένους τους νομικούς περιορισμούς. Αυτό το μαζικό κίνημα, το οποίο οδήγησε τη Γερμανία προς το «πρώιμο κράτος πρόνοιας» στα τέλη του 19ου αιώνα, άνοιξε τον δρόμο και για το «πρώιμο» κοινωνικό κράτος. Συγκεκριμένα, τα συνδικάτα δεν έδρασαν μόνο ως το υποκείμενο των αιτημάτων και των αγώνων, αλλά έπαιξαν ρόλο στη θεσμοθέτηση των εργατικών δικαιωμάτων ως εκτελεστές των κατακτήσεων εντός του συστήματος.
Ενώ τα μαζικά σοσιαλδημοκρατικά συνδικάτα οδήγησαν την πάλη για τα δικαιώματα σε θεσμικές νίκες, ταυτόχρονα έπαιρναν δύναμη από την πίεση που ασκούσε το Κόμμα στο σύστημα μέσα από τις ψήφους που λάμβανε. Ο ρεβιζιονισμός του Μπερνστάιν, ο οποίος υποστήριζε ότι ο καπιταλισμός θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά χωρίς την κατάκτηση της κρατικής εξουσίας και τη διάλυση της κρατικής μηχανής, είχε τη βάση του στις «μερικές κοινωνικές κατακτήσεις». Αν η αστική τάξη συναινούσε σε μια ήπια μετάβαση εξουσίας, οι εργατικές κατακτήσεις, που συσσωρεύτηκαν από τον αγώνα της σοσιαλδημοκρατίας, θα μπορούσαν εύκολα να είχαν οδηγήσει την Ευρώπη στον σοσιαλισμό. Ωστόσο, η θέση περί ειρηνικής μετάβασης δεν ήταν μόνο λαθεμένη, δεν ήταν απλά ρεβιζιονισμός, αλλά και το ίδιο το καθοδηγητικό κέντρο του Κόμματος ολίσθαινε προς τον κομφορμισμό και την προσήλωση στις κατακτήσεις που πετύχαινε η σοσιαλδημοκρατία εντός των πλαισίων του καπιταλιστικού συστήματος, υποχωρώντας όλο και περισσότερο από τις θέσεις του για να μη διακινδυνέψει αυτές τις κατακτήσεις.
Όταν το 1895 ο Ένγκελς έγραψε τον πρόλογο της νέας έκδοσης του έργου του Μαρξ Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, ανοίγοντας την αντιπαράθεση γύρω από το πώς οι αλλαγές στον καπιταλισμό επηρέαζαν την επαναστατική διαδικασία, η ναυαρχίδα της σοσιαλδημοκρατίας, το γερμανικό Κόμμα, πράγματι έτεινε στα σοβαρά προς τον κομφορμισμό. Ο Ένγκελς είχε επίγνωση ότι η κοινωνική κατάσταση και η δομή του κράτους προμήνυαν ένα μέλλον πολύ διαφορετικό σε σχέση με τις επαναστάσεις του παρελθόντος, οι οποίες συμβολίζονταν από τα οδοφράγματα. Η αντικειμενική κατάσταση είχε αλλάξει ριζικά όπως αποδεικνυόταν από το παράδειγμα των πρωτευουσών, που πλέον ήταν γεμάτες με λεωφόρους οι οποίες καθιστούσαν ανέφικτο το στήσιμο των οδοφραγμάτων. Η παρέμβαση του Ένγκελς, που είχε επίκεντρο την αναζήτηση της επανάστασης, θα λογοκρινόταν από το καθοδηγητικό κέντρο του Κόμματος. Η ρεφορμιστική παρέκκλιση είχε αποκτήσει τόσο γερές ρίζες, ώστε να αμφισβητεί τον ζωντανό εκπρόσωπο του μαρξισμού. Η σοσιαλδημοκρατία είχε περάσει σε μια διαδικασία να γίνει ένα συστημικό ρεύμα. Η πρόβλεψη του Ένγκελς πριν τον θάνατό του ήταν ότι το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα θα έπρεπε να περιμένει μέχρι το 1912 για να κερδίσει τις εκλογές. Ωστόσο, με το να πάρει την πρώτη θέση, κερδίζοντας τις περισσότερες ψήφους, δε σήμαινε ότι θα κατακτούσε την εξουσία. Η εργατική τάξη θα μπορούσε να βρεθεί στην εξουσία μόνο μέσω ενός επαναστατικού ξεσηκωμού. Η άνοδος της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, με αποτέλεσμα να γίνει το μεγαλύτερο κόμμα, δε σήμαινε ότι ήταν και ικανή για την επανάσταση. Η ιστορική πορεία του Κόμματος στις αρχές του 20ού αιώνα κατέληξε σε υποταγή στο σύστημα.
Πράγματι, οι εκλογικές επιδόσεις των κυριότερων κομμάτων της Β΄ Διεθνούς ήταν εντυπωσιακές. Το Αυστριακό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα το 1901 ξεπέρασε το 23%, το οποίο ήταν και το υψηλότερο ποσοστό του.[2] Το Βελγικό Εργατικό Κόμμα είχε ποσοστά που από το 1894 έως το 1908 κυμαίνονταν μεταξύ 15% και 27%, όμως, έπεσαν στο 7% το 1910 και το 1914 ανέβηκαν σε ποσοστά πάνω από 30%. Το γαλλικό Κόμμα είχε πάνω από 16% το 1914, αμέσως πριν τον πόλεμο.[3] Το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα έφτασε επίσης σε ποσοστά πάνω από 20% το 1904, στη συνέχεια τα ποσοστά έπεσαν, αλλά το Κόμμα συνέχισε να διατηρεί σημαντική θέση. Το Νορβηγικό Εργατικό Κόμμα εμφάνισε σταθερή άνοδο στα ποσοστά του στις αρχές του 20ού αιώνα, ξεπερνώντας το 20% το 1909 και το 26% το 1912. Το Ολλανδικό Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα είχε 18,5% το 1913 και οι Δανοί σοσιαλδημοκράτες πλησίασαν το 30%. Τα ποσοστά του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Φινλανδίας κυμαίνονταν γύρω από το 40% πριν τον πόλεμο. Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Ελβετίας έφτασε το 20% το 1911. Οι Σουηδοί σοσιαλδημοκράτες, σε συμμαχία με τους Φιλελεύθερους, ξεπέρασαν το 30% ακριβώς πριν τον πόλεμο. Το Γαλλικό Κόμμα της Διεθνούς, έφτασε σε ποσοστά πάνω από 13% το 1910 και 17% το 1914. Τα υψηλά ποσοστά μπορεί να ερμηνευτούν από το γεγονός ότι η σοσιαλδημοκρατία ενσωματωνόταν στο σύστημα. Ωστόσο, μια άλλη οπτική θα μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πίσω από αυτά τα νούμερα υπήρχε σημαντική δυναμική για την εργατική τάξη.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1890 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1910, για μια περίοδο σχεδόν είκοσι χρόνων, ήταν δυνατή μια παρέμβαση στην κατεύθυνση της σοσιαλδημοκρατίας. Η αποτυχία κάθε τέτοιας προσπάθειας, σε συνδυασμό με την καταλυτική επίδραση του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, θα μπορούσε να ιδωθεί ως μια έμμεση επιβεβαίωση της θεωρίας του Λένιν για την οργάνωση της εργατικής τάξης. Ο ρόλος του «οργανωμένου υποκειμένου» στην ταξική πάλη ήταν πολύ μεγαλύτερος απ’ ό,τι αναμενόταν και στη Δυτική Ευρώπη οι επαναστάτες μαρξιστές είχαν μεταβιβάσει τη θέλησή τους στις «μάζες».
Σε αυτές τις συνθήκες, οι μάζες, συμπεριλαμβανομένης της εργατικής τάξης, δε γινόταν να είναι το υποκείμενο της σοσιαλιστικής επανάστασης. Οι μαζικές οργανώσεις, όπως τα συνδικάτα, αποτελούσαν το έδαφος της ταξικής πάλης για το Κόμμα. Στην πραγματικότητα, η σοσιαλδημοκρατία είχε πάψει προ πολλού να είναι το υποκείμενο και είχε μετατραπεί σε πεδίο πάλης μεταξύ των αντίπαλων τάξεων. Η διαπάλη ανάμεσα στη ρεβιζιονιστική δεξιά, που επιδίωκε τη διαιώνιση του καπιταλισμού με την υποστήριξη της εργατικής τάξης, και όσων συνέχιζαν να αναζητούν την επανάσταση δε θα μπορούσε να περιοριστεί εντός των συνηθισμένων τάσεων ενός εργατικού κόμματος. Το καθοδηγητικό κέντρο του γερμανικού Κόμματος και της Β΄ Διεθνούς αντιμετώπιζε το θέμα κατ’ αυτόν τον τρόπο, προσπαθώντας να διαχειριστεί τις αντιθέσεις. Ωστόσο, η ταξική πάλη είχε εμφανιστεί εκ νέου στους κόλπους του Κόμματος. Οι επαναστάτες ήταν καταδικασμένοι να παραμείνουν ο αδύναμος πόλος σε αυτήν την αντίθεση. Το γεγονός ότι παρέμεναν μέσα σε αυτό ως αριστερή ή επαναστατική πτέρυγα του Κόμματος δε σήμαινε ότι αποτελούσαν και το οργανωμένο υποκείμενο. Τουναντίον, μια τέτοια παραμονή το μόνο που κατάφερνε ήταν να τους δένει τα χέρια.
Το πρόσωπο που καθόρισε την κατάσταση κατ’ αυτόν τον τρόπο προήλθε από τη Ρωσία, όπου η εργατική τάξη δεν μπορούσε ούτε να συσπειρώνεται σε ανοιχτές μαζικές οργανώσεις, ούτε να θεσμοθετεί τις κατακτήσεις της και όπου το Κόμμα είχε χρειαστεί να υποχωρήσει, κρατώντας ασφαλείς αποστάσεις, από τους κρατικούς θεσμούς προκειμένου να προστατευτεί.
Μπολσεβίκικο Κόμμα ή Κομμουνιστικό Κόμμα; Μοντέλο ή θεωρία;
Η μπολσεβίκικη εμπειρία και το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν ταυτίζονται. Μολονότι υπήρχαν βαθιές διαφορές σε σχέση με τη Δυτική Ευρώπη, οι μπολσεβίκοι εξακολουθούσαν να είναι μια παράταξη του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος, το οποίο αρχικά είχε αντλήσει έμπνευση από το δυτικοευρωπαϊκό σοσιαλιστικό μοντέλο. Η ύπαρξη των μπολσεβίκων, των μενσεβίκων και άλλων ομάδων, η έλλειψη πολιτικής ομοιογένειας εντός του Κόμματος και η συνέχιση των διαφορετικών οργανωτικών πρακτικών, διαφορετικών εφημερίδων κ.ά. αποδεικνύουν τη δυσκολία να βρεθεί μια άμεση αντιστοιχία με τη θεωρία του Λένιν για την οργάνωση και την καθοδήγηση.
Ωστόσο, μπορούμε να βρούμε ένα πλήθος από κοινά τυπικά γνωρίσματα. Η μπολσεβίκικη οργάνωση, παρότι διαχωρισμένη από τη σοσιαλδημοκρατία, ήταν μια συγκεντρωτική και πειθαρχημένη επαναστατική οργάνωση. Αυτή η οργάνωση, αν και συμμετείχε σε νόμιμες δραστηριότητες, είχε σχεδιαστεί ως μια δομή που δεν μπορούσε να χωρέσει στο πλαίσιο της νομιμότητας του συστήματος, δηλαδή ουσιαστικό στοιχείο της ήταν η παρανομία. Για τα Κομμουνιστικά Κόμματα η αστική νομιμότητα δεν ήταν ζήτημα αρχών, αλλά μια ευκαιρία προς αξιοποίηση.
Το «μοντέλο» της λενινιστικής οργάνωσης γίνεται κατανοητό συχνά μέσω αυτών των τυπικών χαρακτηριστικών: Πρέπει να επιτυγχάνεται ιδεολογική και πολιτική ομοιογένεια. Ο συγκεντρωτισμός, ο οποίος είναι «δημοκρατικός» υπό την έννοια ότι τα όργανα σχηματίζονται μέσω συνεδριακών αποφάσεων, ήταν ο θεμελιώδης κανόνας λειτουργίας. Η απόλυτη πειθαρχία θα πρέπει να υλοποιείται στην πράξη. Η επαναστατικοποίηση του Κόμματος ήταν η αναγκαία προϋπόθεση για την παράνομη δραστηριότητα. Ωστόσο, ακόμη και αφότου η μπολσεβίκικη οργάνωση έγινε ανεξάρτητο κόμμα, εξακολουθούσε να μην είναι ομοιογενής. Κατά την περίοδο Φλεβάρη-Οκτώβρη του 1917, η κεντρική ηγεσία του επαναστατικού Κόμματος αντιμετώπισε πλήθος διαφωνιών πάνω σε κρίσιμα ζητήματα. Σε αυτές τις διαφωνίες περιλαμβάνονταν το αν θα στηριχτεί η Προσωρινή Κυβέρνηση για την εξέλιξη της αστικής επανάστασης ή αν θα αποσυρθεί η στήριξη ούτως ώστε να ετοιμαστεί η εργατική τάξη για την επανάσταση, το αν θα οργανωθεί ξεσηκωμός ή αν θα αντιταχτούν σε αυτόν ούτως ώστε η οργάνωση να μην ξεσκεπαστεί στον επίσημο Τύπο. Μετά από την επανάσταση, το κόμμα του Λένιν, το Μπολσεβίκικο Κόμμα, μετά από απόφαση που πάρθηκε στο συνέδριο, θα έκανε βήματα για να μπει ένα τέλος στον φραξιονισμό. Ωστόσο, στα χρόνια που ακολούθησαν, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης ήταν ένα κόμμα που ενσωμάτωνε διάφορα ιδεολογικά ρεύματα, είτε ανοιχτά είτε συγκαλυμμένα. Εξετάζοντας την ιστορία των Κομμουνιστικών Κομμάτων, οι έννοιες της ομοιογένειας, του συγκεντρωτισμού, της πειθαρχίας και της νομιμότητας ποικίλουν από χώρα σε χώρα και από τη μια περίοδο στην άλλη. Συνεπώς, είναι αναγκαίο να κοιτάξουμε πέρα από τα τυπικά γνωρίσματα.
Αν μας ικανοποιούσαν μόνο τα τυπικά χαρακτηριστικά, θα μπορούσαμε να έχουμε ένα οργανωτικό μοντέλο. Στη Β΄ Διεθνή θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα μοντέλο χαλαρότητας. Αλλά αυτή η χαλαρότητα ποτέ δε θα μπορούσε να έχει θεωρία. Η σοσιαλδημοκρατία αρνιόταν τη θεωρία, όταν η συζήτηση πήγαινε στο ζήτημα της οργάνωσης.
Ωστόσο, η σημασία που έθεσαν οι μπολσεβίκοι στο ζήτημα της οργάνωσης πηγαίνει πέρα από το απλό μοντέλο και οδηγεί στη θεωρία του πρωτοπόρου ρόλου του Κόμματος.
Σε αντίθεση με ό,τι μπορεί να πιστεύει κανείς, το Τι να κάνουμε; του Λένιν είναι έργο που πηγαίνει πέρα από τα απλά ζητήματα της πρακτικής πάλης. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα από τα πιο βαριά θεωρητικά βιβλία του συγγραφέα. Στο Τι να κάνουμε; παρουσιάζεται μια θεωρία για το Κόμμα και τον ρόλο του που ασκεί κριτική στην οργανωτική μορφή της σοσιαλδημοκρατίας.
Σύμφωνα με αυτήν τη θεωρία, ο κύριος στόχος της οργανωμένης πάλης της εργατικής τάξης είναι η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας. Η επανάσταση δε γίνεται να αναδυθεί από τη δυναμική αυτής καθαυτής της τάξης. Η κατάκτηση της εξουσίας πρέπει να είναι σχεδιασμένη και να εκτελεστεί ως μια πράξη. Η οργάνωση, που πρέπει να γεννηθεί μέσα από αυτήν τη διαδικασία, πηγαίνει πέρα από την απλή κολεκτίβα εργατών που περνούν τη μέρα τους στα εργοστάσια, διεκδικούν τα δικαιώματά τους και πραγματοποιούν δράσεις αλληλεγγύης. Το Κόμμα πρέπει να είναι μια οργάνωση επαγγελματιών επαναστατών.
Η επιδίωξη της επανάστασης είναι ο καθοριστικός παράγοντας πίσω από τα τυπικά χαρακτηριστικά του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο συγκεντρωτισμός, η παρανομία και η οργάνωση που βασίζεται σε κομματικούς πυρήνες δεν είναι ανεξάρτητες μεταβλητές –για την ακρίβεια είναι εξαρτημένες.
Η συμμετοχή της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων μαζών στην ταξική πάλη δεν είναι εγγενώς δοσμένη και δεδομένη. Το γεγονός ότι οι μάζες ζουν από την εργασία τους δε σημαίνει και ότι αναπτύσσουν αυτόματα ανοσία στην αστική ιδεολογία, στην αστική πολιτική ή στις αστικές οργανώσεις. Οι μάζες, μαζί και με τις οργανώσεις συνδικαλιστικού τύπου, αποτελούν μέρος του «πεδίου της ταξικής πάλης». Οι κομμουνιστές εμπλέκονται σε μια συνεχή μάχη ενάντια στην αστική ιδεολογία και στην αστική πολιτική, που διαρκώς αναπαράγονται στους κόλπους της εργατικής τάξης. Αυτό είναι μια διάσταση της ευρύτερης ταξικής πάλης.
Η αστική επιρροή εντός της τάξης εκδηλώνεται με διάφορες μορφές, όπως είναι ο οικονομισμός, ο τρέιντ-γιουνιονισμός και άλλες. Δεν μπορεί να δοθεί απόλυτη απάντηση στο ερώτημα: Σε ποιον βαθμό οι μαρξιστικές συζητήσεις παραμένουν εντός των θεμιτών, αποδεκτών ορίων στο πλαίσιο του Κόμματος και πού αρχίζουν οι αντιπολιτευτικές θέσεις των εχθρικών τάξεων; Η ταξική πάλη αντανακλάται εντός της ίδιας της τάξης.
Η οικοδόμηση ενός καθοδηγητικού κέντρου στο οποίο δε θα μπορεί να παρεισφρήσει η εξελισσόμενη ταξική πάλη είναι μια θεμελιώδης προϋπόθεση για την επαναστατική πράξη. Περαιτέρω, το να χαρακτηρίζεται από ταξική συνειδητοποίηση δεν είναι ζήτημα επιλογής, αλλά απόλυτη αναγκαιότητα γι’ αυτόν τον λόγο.
Η αυξανόμενη σημασία του καθοδηγητικού ρόλου του Κόμματος, σε σύγκριση με το πώς κατανοούνταν πριν, βρίσκεται στο επίκεντρο αυτών των παρατηρήσεων και θέσεων. Μια τάξη που δεν έχει οργανωμένη πρωτοπορία ή δεν έχει αναπτύξει επαναστατική συνείδηση, σε τελική ανάλυση, μπορεί να δει τις δράσεις της να αντανακλούν εκείνες της αντίπαλης τάξης.
Αναμφίβολα, η συζήτηση του Λένιν είναι συνδεδεμένη με το πώς θα πρέπει να αποκτήσει μορφή η οργάνωση. Ταυτόχρονα, αποτελεί μια θεωρητική συμβολή που ενσωματώνει την έννοια της «ανισόμετρης ανάπτυξης». Το γεγονός ότι οι μάζες της εργατικής τάξης δεν έχουν τη δυνατότητα να οργανώσουν άμεσα την πράξη της κατάκτησης της εξουσίας δημιουργεί ένα κενό που αντανακλά την εσωτερική ανομοιομορφία της τάξης –ένα κενό που θα συμπληρωθεί από την επαγγελματική επαναστατική οργάνωση που εκπροσωπεί το πιο προωθημένο τμήμα της τάξης.
Το κόμμα της εργατικής τάξης διαχειρίζεται μια αντικειμενική ανομοιομορφία. Στη Ρωσία ο καπιταλισμός ήταν σχετικά υπανάπτυκτος, η εργατική τάξη ήταν σχετικά άπειρη και το κοινωνικό βάρος έπεφτε στις πλάτες της αγροτιάς. Δεν είναι αναγκαίο η διαδικασία της σοσιαλιστικής επανάστασης να μετατεθεί για αργότερα, μέχρι αυτά τα ανισόμετρα στοιχεία να επιλυθούν στο απώτερο μέλλον. Οι αδυναμίες στην ταξική δυναμική μπορούν να εξισορροπηθούν από άλλες παραμέτρους. Η εργατοαγροτική συμμαχία, η πολιτική των αγροτικών μεταρρυθμίσεων για τους ακτήμονες αγρότες που πρόκειται να υιοθετηθεί κατά τη διάρκεια της επαναστατικής συγκυρίας και η συμμαχία μεταξύ της εργατικής τάξης και των καταπιεζόμενων εθνών που ήταν υποταγμένα στον τσάρο, αποτελούν όλα τους προεκτάσεις της επαναστατικής πρωτοπορίας. Για να θεωρητικοποιήσει και να υλοποιήσει αυτές τις στρατηγικές, το Κόμμα πρέπει θεμελιωδώς να ωθείται από μια οργάνωση επαγγελματιών επαναστατών.
Το συγκεντρωτικό Κόμμα ως η ενότητα της τάξης
Συζητήσαμε προηγουμένως για τις τυπικές πλευρές του συγκεντρωτισμού. Στα Κομμουνιστικά Κόμματα ο συγκεντρωτισμός συχνά εξετάζεται υπό το πρίσμα της δημοκρατικής συμμετοχής, των μηχανισμών ελέγχου, του βάρους του καθοδηγητικού κέντρου, των δικαιωμάτων των μελών και της γραφειοκρατικοποίησης. Σίγουρα, αυτά τα ζητήματα μπορούν να συζητηθούν σε σχέση με την πρακτική πραγματικότητα. Ωστόσο, ο συγκεντρωτισμός έχει μια άλλη διάσταση που αφορά τον ίδιο τον χαρακτήρα της εργατικής τάξης.
Η εργατική τάξη πέρασε από μια μακρά διαδικασία σχηματισμού κατά την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης στους κόλπους του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής. Η κλίμακα των βιοτεχνιών και των εργοστασίων στον καπιταλισμό είναι πρωτοφανής, ιδιαίτερα από την άποψη του εργατικού δυναμικού που συγκεντρώνει. Η επίδραση χιλιάδων, ακόμη και δεκάδων χιλιάδων, εργατών να δουλεύουν δίπλα-δίπλα στον ίδιο χώρο και η εμφάνιση ποικίλων τύπων εργασίας που είναι συμπληρωματικές μεταξύ τους είχαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ταξικής ταυτότητας. Οι άνθρωποι που εργάζονταν σε μεγάλες ομάδες δε μοιράζονταν μόνο την κοινωνική ζωή μέσα στις ίδιες γειτονιές, αλλά βίωναν τα βάσανα και τις χαρές μαζί. Αναπόφευκτα, αυτή η τόσο πλατιά κοινή εμπειρία οδήγησε στην ανάπτυξη της συλλογικής οργάνωσης και πάλης. Η οικονομική πάλη ή ο αγώνας για τα δικαιώματα αποτέλεσε αδιαχώριστο στοιχείο της κατάστασης της εργατικής τάξης. Αυτή η πλευρά σαφώς έχει αναγνωριστεί στις κλασικές μαρξιστικές αναλύσεις.
Το κρίσιμο ζήτημα σε αυτήν τη συζήτηση είναι το πώς η εργατική τάξη μεταβαίνει από την απλή συνειδητοποίηση της εκμετάλλευσης, την οργάνωση και την πάλη σε μια κατάσταση αυτοσυνείδησης και αντίστοιχης πολιτικής οργάνωσης. Ένα σχετικό ιστορικό παράδειγμα είναι η αγγλική εργατική τάξη, η οποία, παρότι είχε βιώσει τη βιομηχανική επανάσταση στην πιο προωθημένη της μορφή και είχε αναπτύξει έναν κοινό πολιτισμό και τρόπο ζωής, απέτυχε να συγκροτήσει μια ισχυρή και επαναστατική πολιτική παρουσία. Στη Γαλλία, η οποία είχε αποτελέσει κάποτε το επίκεντρο του εργατικού κινήματος, ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε βιομηχανική επανάσταση συγκρίσιμη με εκείνη της Αγγλίας. Στη Γερμανία, καθώς η διαμόρφωση της τάξης οδήγησε στη μαζική συγκρότηση και οργάνωσή της, η εργατική τάξη μπήκε σε μια διαδικασία όπου ενσωματώθηκε στο υπάρχον σύστημα και δεν προσπαθούσε να το αλλάξει. Αυτή η κατάσταση παρουσιάζει μια σημαντική πρόκληση. Η λύση σε αυτό το ζήτημα μπορεί να αρχίσει με την αναγνώριση ότι η πολιτική δεν είναι μια ευθεία αντανάκλαση της οικονομικής σφαίρας.
Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου αυτό το πρόβλημα έχει εξελιχτεί και έχει αποκτήσει και νέες διαστάσεις. Η συλλογική και μαζική οργάνωση των εργατών στη βάση της παραγωγικής διαδικασίας εμφάνισε ορισμένες διακυμάνσεις, αλλά, με τον μετασχηματισμό του μοντέλου συσσώρευσης κεφαλαίου που εφαρμόζεται στις εργασιακές διαδικασίες από τη δεκαετία του 1980, τελικά εγκαταλείφτηκε. Οι χώροι εργασίας, κάποτε κοινός τόπος για την εργατική τάξη, διαχωρίστηκαν σε απομονωμένα τμήματα ως μέρος ενός πελώριου παγκόσμιου σχεδίου. Το εργασιακό περιβάλλον πλέον δε διευκολύνει τον διάλογο μεταξύ των εργατών και εκείνοι δεν έχουν πια τη δυνατότητα να μοιράζονται την κοινωνική ζωή τους. Η καπιταλιστική αναδιάρθρωση είχε στόχο να μετατρέψει την εργατική τάξη, από τάξη, σε μεμονωμένα άτομα και υπό αυτήν την έννοια έχει πετύχει πολλά.
Ως αποτέλεσμα αυτού, η οικονομική και κοινωνική ενότητα των εργατών δε διατηρεί πλέον πολιτική ή επαναστατική σημασία και ο κατακερματισμός αυτής της ενότητας έχει γίνει ένα επιπλέον πρόβλημα.
Γνωρίζουμε ότι ο πιο ευρύς ορισμός της εργατικής τάξης είναι ότι δέχεται καπιταλιστική εκμετάλλευση. Ένα μεγάλο τμήμα των μαζών που δέχονται αυτήν την εκμετάλλευση αποτελεί το τμήμα της τάξης που παράγει υπεραξία και αυτό το χαρακτηριστικό προσδίδει στρατηγική σημασία σε ορισμένους κλάδους. Ωστόσο, τίποτε από αυτά δεν καλύπτει τα κενά που είναι αναγκαίο να καλυφτούν ώστε η εργατική τάξη να πετύχει την επαναστατική πολιτική οργάνωση και συνειδητοποίηση. Επιπλέον, σήμερα ο καπιταλισμός έχει βαθύνει αυτό το αντικειμενικό κενό σε τέτοιον βαθμό, που έχει γίνει δομικό ρήγμα.
Αντλώντας συμπεράσματα από τα ιστορικά διδάγματα της ταξικής πάλης, η αστική τάξη έχει καταφέρει να οργανώσει την οικονομική σφαίρα κατά τέτοιον τρόπο ώστε περισσότερο να εξασφαλίζει τη διαίρεση της εργατικής τάξης και όχι την ενότητά της. Σε εποχές όπου η οικονομική σφαίρα συνέβαλλε στην ανάπτυξη του εργατικού πολιτισμού, ο Λένιν υποστήριξε ότι η επαναστατική συνείδηση πρέπει να δοθεί από μια εξωτερική επαγγελματική επαναστατική οργάνωση. Σήμερα, ο ρόλος της οργανωμένης, σκόπιμης παρέμβασης για την ενοποίηση μιας τάξης, διαιρεμένης από την οικονομία, στο επίπεδο της πολιτικής έχει μόνο αυξηθεί.
Η ενότητα μεταξύ των εργατών –οι οποίοι λόγω του καπιταλισμού έχουν υποστεί κατακερματισμό από την άποψη των χώρων εργασίας και της καθημερινής ζωής– μπορεί μόνο να ανακτηθεί με πολιτικό τρόπο. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι αυτός ο μετασχηματισμός έχει αλλάξει τη μορφή και τις δομές των οργανώσεων των εργαζόμενων. Το νέο μοντέλο που έχει αναδυθεί από την κριτική του ταξικά προσανατολισμένου και μαζικού συνδικαλισμού, κάτω από τη σημαία του σύγχρονου συνδικαλισμού, δείχνει ότι τα σωματεία δεν παίρνουν τη δύναμή τους από τους αγώνες των μελών τους για τα δικαιώματά τους, αλλά αντιθέτως από τη θεσμική αποδοχή τους εντός του σημερινού συστήματος.
Τα σωματεία που έχουν υποστεί αυτόν τον μετασχηματισμό απέχουν από το να αποτελούν πραγματικές μορφές οργάνωσης της εργατικής τάξης. Σε κάθε περίπτωση, οι κομμουνιστές πρέπει να βλέπουν τα σωματεία ως πεδίο πάλης και όχι απλώς ως εργαλεία της. Αν και υπάρχουν παραδείγματα όπου τα παλιά σωματεία διατήρησαν μια ορισμένη ισχύ, οι θεσμικές κατακτήσεις των σωματείων μπορεί να οδηγήσουν σε εκφυλισμό, ακόμα και ως αποτέλεσμα της δράσης του Κομμουνιστικού Κόμματος ή των κοινωνικών οργανώσεων που το περιβάλλουν. Σε μη επαναστατικό περιβάλλον η ύπαρξη χιλιάδων επαγγελματιών συνδικαλιστών έχει ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση ενός θεσμικού γραφειοκρατικού μηχανισμού εντός του εργατικού κινήματος. Σε κάθε περίπτωση, οι κομμουνιστές πρέπει να αντιμετωπίσουν τα συνδικάτα ως πεδίο αγώνων, όχι απλά ως εργαλεία του αγώνα. [4]
Η ανάγκη για ένταξη του λενινισμού στην έννοια του Κομμουνιστικού Κόμματος είναι ακόμη μεγαλύτερη στον 21ο αιώνα. Ωστόσο, εδώ και πάνω από τριάντα χρόνια ο λενινισμός έχει κατηγορηθεί για την ήττα του υπαρκτού σοσιαλισμού και την επακόλουθη υποχώρηση των Κομμουνιστικών Κομμάτων, του εργατικού κινήματος και της επαναστατικής δυναμικής. Αυτή η επίθεση δεν είναι μια συζήτηση στους κόλπους της αριστεράς ή του μαρξισμού. Αντιθέτως, αντανακλά την επίδραση της αστικής ιδεολογίας.
Η συγκεντρωτική φύση των Κομμουνιστικών Κομμάτων είναι το μόνο μέσο για να γίνει ισχυρή παρέμβαση για την ανοικοδόμηση του πολιτισμού της εργατικής τάξης και των αξιών της εργασίας, που έχουν υπονομευτεί. Αν πρόκειται να επανενωθεί πολιτικά μια διασπασμένη τάξη, το Κόμμα πρέπει να είναι υπέρμετρα ισχυρό ως το καθοδηγητικό επιτελείο μάχης γι’ αυτήν την κοινωνική πράξη. Στο Κομμουνιστικό Κόμμα οι μηχανισμοί συμμετοχής των μελών θα πρέπει να γίνουν κατανοητοί όχι ως τυπικές δημοκρατικές αρχές, αλλά ως ένα μέσο για να ενισχυθεί αυτή η ικανότητα και να διαμορφωθεί ένα πρόσφορο περιβάλλον για την ανάπτυξη στελεχών που θα φέρουν εις πέρας την καθορισμένη αποστολή.
[1] Σ.τ.Μ.: Ancien Régime. Έτσι ονομαζόταν το καθεστώς της απόλυτης μοναρχίας στη Γαλλία πριν τη Γαλλική Επανάσταση του 1789.
[2] Αφού συγκέντρωσαν 251.652 ψήφους και ποσοστό 23,39% στις εκλογές του Αυτοκρατορικού Συμβουλίου του 1900-1901, οι Αυστριακοί σοσιαλδημοκράτες υποχώρησαν στο 11-12% στις εκλογές του 1907 και του 1911 πριν τον Α΄ Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό Πόλεμο. Μετά από τον πόλεμο, στις εκλογές της Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης του 1919, το κόμμα έλαβε πάνω από 1 εκατομμύριο ψήφους –συγκεκριμένα 1.200.000– και έφτασε το 40,76%, κερδίζοντας 72 από τις 170 έδρες και ερχόμενο στην εξουσία με συνασπισμό για σύντομο χρονικό διάστημα. Ο πρόεδρος του κόμματος, Σεΐτς, διετέλεσε προσωρινά και αρχηγός του κράτους. Στις εκλογές του 1920, οι σοσιαλδημοκράτες έχασαν ψήφους και αυτήν τη θέση.
[3] Στη Γαλλία οι σοσιαλδημοκράτες υπήρχαν σε διάφορες παρατάξεις και πέρασαν από μια σειρά συγχωνεύσεων και διασπάσεων. Το κόμμα «Γαλλικό Τμήμα της Εργατικής Διεθνούς» (Section Française de l’Internationale Ouvrière, SFIO) [Σ.τ.Μ.: πρόδρομος του σημερινού Σοσιαλιστικού Κόμματος της Γαλλίας], το οποίο προέκυψε μέσω ενοποιήσεων το 1905, αύξανε σταθερά το ποσοστό των ψήφων του στις βουλευτικές εκλογές πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
[4] Αναμφίβολα, η κλαδική σύνθεση των οικονομιών των επιμέρους χωρών, η πείρα του συνδικαλιστικού αγώνα και τα ποσοτικά και ποιοτικά επίπεδα οργάνωσης των Κομμουνιστικών Κομμάτων διαφέρουν. Σε ορισμένες χώρες τα ταξικά προσανατολισμένα συνδικάτα είναι σε θέση να περιορίσουν –ακόμη και να ανακόψουν– τις επιπτώσεις του σημερινού καθεστώτος συσσώρευσης του κεφαλαίου, που στοχεύει στην αποσάθρωση της εργατικής τάξης. Αυτό δηλώνεται με γνώμονα το γενικότερο πλαίσιο, στο οποίο η συμμετοχή στα συνδικάτα έχει μειωθεί και η ικανότητα των συνδικάτων να εκπροσωπούν τις εργατικές μάζες έχει αποδυναμωθεί.