Σκέψεις για τον ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος στον σύγχρονο κόσμο


Σεβερίνο Μενέντες, μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚ Εργαζόμενων Ισπανίας

1. Μια αναγκαία προϋπόθεση

Το Κομμουνιστικό Κόμμα (ΚΚ), με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, σφυρηλατήθηκε και ρίζωσε κατά τη διάρκεια της επαναστατικής περιόδου στη Ρωσία. Αυτό το Κόμμα, το οποίο έλαβε και λαμβάνει διάφορα ονόματα (μπολσεβίκικο, Κόμμα Νέου Τύπου, επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης...) και το οποίο σήμερα είναι κατά βάση γνωστό ως Κομμουνιστικό Κόμμα, πήρε εθνική μορφή σε κάθε χώρα. Σε διάστημα μεγαλύτερο του ενός αιώνα, η πείρα στο πλαίσιο της κάθε χώρας, καθώς και η διαπάλη και η αντιπαράθεση στο πλαίσιο του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος (ΔΚΚ) προκάλεσαν περισσότερο ή λιγότερο σημαντικές μεταλλάξεις, που επηρέασαν τις αντιλήψεις για το ίδιο το Κόμμα στον βαθμό που εκδηλώθηκαν αλλαγές στον τελικό στόχο του Κόμματος. Η προσωρινή νίκη της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ και στις Λαϊκές Δημοκρατίες στην Ευρώπη επιτάχυνε περαιτέρω αυτές τις διαδικασίες μετάλλαξης των ΚΚ, που είχαν ήδη αρχίσει να λαμβάνουν χώρα δεκαετίες νωρίτερα.

Όταν στις επόμενες σελίδες προβληματιζόμαστε για τον ρόλο και τα καθήκοντα του ΚΚ στο πλαίσιο της σημερινής πραγματικότητας, το κάνουμε υπό τη θεμελιώδη προϋπόθεση να μη χάσουμε από τα μάτια μας τον κύριο και απώτερο στόχο. Αναφερόμαστε σε αυτόν ενός κόμματος που πρέπει να διασφαλίσει την πολιτική, ιδεολογική και οργανωτική αυτοτέλεια της εργατικής τάξης και να την καθοδηγήσει και να την κατευθύνει, τόσο πριν όσο και μετά από τον επαναστατικό θρίαμβο, προς την εκπλήρωση της ιστορικής της αποστολής.

Με άλλα λόγια, όταν μιλάμε για το ΚΚ, μιλάμε για ένα λενινιστικό κόμμα, κατανοώντας τον λενινισμό, σύμφωνα με τον κλασικό ορισμό, ως τον μαρξισμό της εποχής του ιμπεριαλισμού και της προλεταριακής επανάστασης. Θεωρία και τακτική της προλεταριακής επανάστασης γενικά και της δικτατορίας του προλεταριάτου ειδικότερα.

2. Ο κόσμος στον οποίον καλούμαστε να αγωνιστούμε

Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων έχει φτάσει σε ένα επίπεδο που δεν είχε ποτέ πριν φανταστεί κανείς. Η αντίθεση μεταξύ του κοινωνικού χαρακτήρα της εργασίας και της καπιταλιστικής ιδιοποίησης είναι πιο έντονη από ποτέ άλλοτε στην Ιστορία. Η αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας οξύνεται και δε μένει σχεδόν τίποτα που να μην υποτάσσεται στην άμεση εκμετάλλευση των μονοπωλίων και του χρηματιστικού κεφαλαίου, γεγονός που καθιστά τους οικονομικούς αγώνες της εργατικής τάξης λιγότερο αποτελεσματικούς.

Ο ιμπεριαλισμός, ο οποίος δεν είναι τίποτ’ άλλο από το στάδιο του καπιταλισμού στο οποίο κυριαρχούν τα μονοπώλια και το χρηματιστικό κεφάλαιο και όπου η εξαγωγή κεφαλαίων αποκτά εξέχουσα σημασία, πυροδοτεί τον ανταγωνισμό για τις αγορές, τους πόρους και τις σφαίρες επιρροής σε έναν πλανήτη όπου έχει ήδη γίνει πλήρης μοιρασιά ανάμεσα στις σημαντικότερες δυνάμεις.

Αυτή η δυναμική της πάλης για ένα νέο μοίρασμα είναι μια μόνιμη πηγή συγκρούσεων, η οποία στη σημερινή της φάση προκαλεί πολέμους σε διάφορα μέρη του κόσμου, πίσω από τους οποίους βρίσκονται οι διαφιλονικούμενες δυνάμεις. Υπάρχει κάθε λόγος να πιστεύουμε ότι σε μια επόμενη φάση περαιτέρω όξυνσης των αντιθέσεων θα μπορούσε να προκληθεί ένας γενικευμένος πόλεμος με την άμεση και ανοιχτή συμμετοχή αυτών των δυνάμεων. Τα παραδείγματα των Α΄ και Β΄ Παγκόσμιων Πολέμων και των συγκρούσεων που προηγήθηκαν είναι πολύ διδακτικά από αυτήν την άποψη.

Είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου εδώ ότι η ανάδειξη της ΕΣΣΔ σε μεγάλη δύναμη μετά από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και η δημιουργία του σοσιαλιστικού στρατοπέδου μπόρεσαν να ασκήσουν σημαντική επιρροή, επιτυγχάνοντας σημαντικές προόδους στον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα των λαών και στις διαδικασίες αποαποικιοποίησης, αν και αυτό δεν μπορούσε να σημαίνει αλλαγή στην ουσία του ιμπεριαλισμού. Παρά ταύτα, για δεκαετίες η απλουστευτική άποψη που κυριαρχούσε έδινε την εσφαλμένη εντύπωση ότι ο ιμπεριαλισμός ήταν η επιθετική εξωτερική πολιτική της κυρίαρχης καπιταλιστικής δύναμης (ΗΠΑ) με τους συμμάχους της και τα οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά της μέσα σε παγκόσμιο επίπεδο ενάντια στους λαούς που οικοδομούσαν τον σοσιαλισμό ή προσπαθούσαν να αποτινάξουν τον αποικιακό ζυγό. Ο λεγόμενος Ψυχρός Πόλεμος ήταν μια πάλη μεταξύ του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος και του σοσιαλιστικού συστήματος, αλλά η διαπάλη μεταξύ των καπιταλιστικών δυνάμεων εκείνης της εποχής δεν έπαψε να υπάρχει, αν και με σαφή υπεροχή των ΗΠΑ και επισκιασμένη από τον Ψυχρό Πόλεμο. Η ταχεία ανάκαμψη της Ιαπωνίας και η τεχνολογική της εξειδίκευση και η διαδικασία δημιουργίας της ΕΕ στις διάφορες φάσεις της αποτελούν απόδειξη αυτού.

Σήμερα, η ενδοϊμπεριαλιστική αντιπαράθεση, ελλείψει του σοσιαλιστικού μπλοκ, έρχεται πάλι στο προσκήνιο, φέρνοντάς μας ξανά στο χείλος ενός γενικευμένου πολέμου, σε ένα σενάριο που περιλαμβάνει ως βασικούς εμπλεκόμενους τις ΗΠΑ, την Κίνα, τη Ρωσία, την ΕΕ και άλλες «περιφερειακές» καπιταλιστικές δυνάμεις με τη δική τους θέση στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, όπως η Ινδία, η Τουρκία κλπ., οι οποίες ανταγωνίζονται για τον έλεγχο των εμπορικών δρόμων, των ενεργειακών πόρων και την τεχνολογική κυριαρχία. Σε αυτήν την κατάσταση, ο σχηματισμός συμμαχιών και μπλοκ εξελίσσεται σε μια ατμόσφαιρα αστάθειας και μεγάλης ρευστότητας, που υποκινείται από την καπιταλιστική κρίση. Και γνωρίζουμε ήδη ότι η καπιταλιστική κρίση και οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι συμβαδίζουν.

Το να ποντάρει κανείς σήμερα στη λεγόμενη «πολυπολικότητα» και στην υποτιθέμενη ύπαρξη ενός μπλοκ που θα εκπροσωπούσε, όπως η ΕΣΣΔ, τα συμφέροντα των λαϊκών στρωμάτων και να το συγχέει με τις τακτικές συμμαχίες της ΕΣΣΔ στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνει ότι τότε διακυβεύτηκε η ίδια η ύπαρξη της ΕΣΣΔ ως σοσιαλιστικού συστήματος και ότι σήμερα η νίκη οποιουδήποτε μπλοκ θα εγγυηθεί μόνο περισσότερες δεκαετίες δεινών και εκμετάλλευσης για την εργατική τάξη.

Επομένως, το να λέμε ότι ζούμε στην εποχή του ιμπεριαλισμού, πέρα από μια δήλωση, προσδιορίζει αναγκαστικά τον χαρακτήρα της εποχής μας και τον ρόλο που πρέπει να παίξει το ΚΚ. Ο ιμπεριαλισμός οξύνει τις αντιφάσεις του καπιταλισμού στα έσχατα όριά τους και πέρα από αυτόν υπάρχει μόνο μια εναλλακτική λύση στη βαρβαρότητα και στο κάτι παραπάνω από πιθανό τέλος της ανθρωπότητας: Η Σοσιαλιστική Επανάσταση. Κάθε αντίληψη που απομακρύνει το Κόμμα από το καθήκον του να προετοιμάσει τις υποκειμενικές συνθήκες για την επανάσταση είναι ανευθυνότητα, αν όχι προδοσία, απέναντι στην ανθρωπότητα γενικά και στην τάξη μας ειδικότερα.

Το να βοηθάει κανείς να τεθεί η εργατική τάξη κάτω από τις ξένες σημαίες της αστικής τάξης του ενός ή του άλλου ιμπεριαλιστικού μπλοκ, όταν οι αντικειμενικές συνθήκες για την επανάσταση γίνονται πιο σαφείς από ποτέ, σημαίνει εγκατάλειψη των κομμουνιστικών αρχών, σημαίνει ότι δεν έχει μάθει τίποτε από την Ιστορία, ότι έχει περάσει στη σκοτεινή πλευρά, στην πλευρά του εχθρού, ή απλά σημαίνει ότι έχει συμβιβαστεί μπροστά στο τιτάνιο έργο της επαναστατικής προετοιμασίας. Ο ρόλος του Κόμματος στο ξεκαθάρισμα αυτής της πτυχής είναι ένα από τα κεντρικά ζητήματα της εποχής μας.

3. Η αναγκαία διεθνής διάρθρωση

Η λενινιστική αντίληψη ότι η σοσιαλιστική επανάσταση είναι παγκόσμια ως προς το περιεχόμενό της και εθνική ως προς τη μορφή της συνοψίζει εύστοχα ότι, ενώ έχει διεθνή και παγκόσμιο χαρακτήρα ως προς τους στόχους, τις αρχές και τους νόμους της, πρέπει να προσαρμόζεται στις εθνικές συνθήκες και τις ιδιαιτερότητες κάθε χώρας όπου αναπτύσσεται.

Έτσι, η χειραφέτηση της εργατικής τάξης κάθε χώρας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον επαναστατικό αγώνα της παγκόσμιας εργατικής τάξης για την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση μιας σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας. Ωστόσο, η σοσιαλιστική επανάσταση δεν μπορεί να επιβληθεί με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις χώρες, αλλά πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα ιστορικά, πολιτιστικά, οικονομικά και πολιτικά χαρακτηριστικά κάθε έθνους. Αυτό είναι σαφές από την ιστορική πείρα, που δεν είναι ίδια σε περιπτώσεις όπως στη ρωσική και στην κουβανική επανάσταση. Έτσι, η μορφή που θα πάρει η σοσιαλιστική επανάσταση σε κάθε εθνικό πλαίσιο θα είναι διαφορετική, ακόμη και αν το θεμελιώδες περιεχόμενό της, δηλαδή ο μετασχηματισμός του καπιταλιστικού συστήματος προς τον σοσιαλισμό, είναι το ίδιο παγκοσμίως.

Αυτή η δυαδικότητα απαιτεί από κάθε Κόμμα να έχει έναν ενεργό ρόλο σε διεθνές επίπεδο, βασισμένο στην αναγκαία προσπάθεια να κάνει βήματα για την εδραίωσή του σε εθνικό επίπεδο, να φτάσει σε επαρκή ωριμότητα και ικανότητα να ενισχυθεί ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά στη χώρα του.

Μετά από την προσωρινή νίκη της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ, υπήρξε μια μετάλλαξη πολλών σημαντικών κομμάτων, τα πρώτα αίτια της οποίας μπορούν να αποδοθούν σε παλιές ιδεολογικές παρεκκλίσεις, οι οποίες έγιναν ακόμη πιο έντονες μετά από το 1989. Η επ’ αόριστον αναβολή, αν όχι εγκατάλειψη, του στόχου της επαναστατικής κατάκτησης της εξουσίας από την εργατική τάξη είναι αναμφίβολα μια από τις θεμελιώδεις πλευρές αυτών των παρεκκλίσεων.

Η κρίση στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα έφτασε σε ένα άγνωστο μέχρι τότε επίπεδο, στερώντας από την παγκόσμια εργατική τάξη ένα όργανο συντονισμού του διεθνούς αγώνα για τον σοσιαλισμό, στοιχείο που είχε ουσιαστικά χαθεί ήδη από τη διάλυση της Γ΄ Διεθνούς.

Η δημιουργία της Διεθνούς Συνάντησης Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων (ΔΣΚΕΚ) με πρωτοβουλία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ) και άλλων μορφών συναντήσεων μεταξύ κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων σε διάφορα επίπεδα ή η ίδια η ύπαρξη της Διεθνούς Κομμουνιστικής Επιθεώρησης (ΔΚΕ), που υπηρετεί τον στόχο της οικοδόμησης ενός μαρξιστικού-λενινιστικού πόλου, αποτελούν σημεία καμπής, αλλά καμιά από τις υπάρχουσες μορφές συνεργασίας δεν είναι ακόμη σε θέση να παίξει αυτόν τον ρόλο. Υπάρχουν μεγάλες αντιθέσεις σε ιδεολογικά και πολιτικά ζητήματα μεταξύ των κομμάτων που συμμετέχουν στις ΔΣΚΕΚ και στους χώρους όπου αυτό δε συμβαίνει η ανομοιογένεια στην οργανωτική και πολιτική ανάπτυξη των κομμάτων που τους συγκροτούν μας κάνει να προβλέπουμε ότι έχουμε έναν μακρύ δρόμο δουλειάς μπροστά μας, στον οποίον σημειώνονται πρόοδοι και πισωγυρίσματα.

Με αυτήν την έννοια, το Κομμουνιστικό Κόμμα των Εργαζόμενων της Ισπανίας (Partido Comunista de los Trabajadores de España, PCTE) καταβάλλει τις καλύτερες δυνατές προσπάθειες σε όλους αυτούς τους διεθνείς χώρους και διατηρεί μια σταθερή γραμμή για την ενίσχυση των πιο προωθημένων θέσεων στο πλαίσιο του ΔΚΚ.

Μπορούμε να πούμε ότι η ύπαρξη ενός χώρου ενημέρωσης, συνεργασίας και συντονισμένης ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης σε διεθνές επίπεδο, στη βάση μιας επεξεργασμένης ενιαίας επαναστατικής στρατηγικής, είναι ένα πλεονέκτημα που δε διαθέτουμε. Ο ρόλος των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων στη δημιουργία χώρων που θα μας φέρουν πιο κοντά στην ικανοποίηση αυτής της ανάγκης, κατανοώντας πάνω απ’ όλα τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσουμε σε αυτήν την πορεία, είναι: Η ενδελεχής ανάλυση της ιστορικής πείρας, η σοβαρή μελέτη της σημερινής πραγματικότητας και η ολοκληρωμένη προσέγγιση των βασικών ζητημάτων του κινήματός μας, που μπορούν να μας βοηθήσουν στην επιστημονική συζήτηση προς το πιο ολοκληρωμένο μοντέλο διεθνούς ενότητας που είναι δυνατό να εφαρμοστεί σήμερα.

4. Ο ιμπεριαλισμός γεννά τον πόλεμο

Για δεκαετίες, τα κύρια και με τη μεγαλύτερη επιρροή Κομμουνιστικά Κόμματα στις πιο ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες ανέπτυσσαν την πολιτική τους μέσα σε ένα γενικό πλαίσιο ειρήνης και αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και μέσα σε ένα λεγόμενο σύστημα πρόνοιας, το οποίο αναμφίβολα επηρέασε τις αντιλήψεις για τον ρόλο του Κόμματος.

Σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης, όταν ο συνδικαλιστικός αγώνας μπορούσε να αποσπάσει κατακτήσεις και η κοινοβουλευτική πολιτική δράση της σοσιαλδημοκρατίας φαινόταν ένας πολλά υποσχόμενος δρόμος επιφανειακά, καθώς ταυτόχρονα διατηρούσε την καπιταλιστική εκμετάλλευση και καλλιεργούσε αυταπάτες για αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης για την εργατική τάξη στις χώρες αυτές, πολλά κόμματα υιοθέτησαν μια ιδεολογική στροφή που είχε ως κύριο εκφραστή τον ευρωκομμουνισμό.

Αγνοούσαν το γεγονός ότι η εργατική τάξη σε άλλες χώρες πλήρωνε τον λογαριασμό, αν και μερικές φορές συγκάλυπταν αυτήν τη λήθη με εκστρατείες υποστήριξης αγώνων εκεί όπου η καπιταλιστική εκμετάλλευση ήταν πιο ακραία.

Απέτυχαν επίσης να κατανοήσουν, βυθισμένα στον φετιχισμό τους για την αστική δημοκρατία, ότι ο καπιταλισμός είναι μια ζωντανή πραγματικότητα και ότι οι νόμοι της ανάπτυξής του θα καταλήξουν να μας φέρουν μπροστά στο αναπόφευκτο σενάριο της όξυνσης των αντιθέσεών του, όπου καμιά κατάκτηση της εργατικής τάξης δεν είναι μόνιμη απέναντι στις ανάγκες του κεφαλαίου. Σήμερα, σε έναν κόσμο όπου τα μονοπώλια και οι οικονομικές ολιγαρχίες είναι παντοδύναμες, ούτε ο κοινοβουλευτικός, ούτε ο συνδικαλιστικός αγώνας από μόνος του μπορεί να καταφέρει να ανακόψει τις ανατροπές των κατακτήσεων.

Αυτά τα κόμματα έχουν μείνει στο περιθώριο, έχουν εξαφανιστεί ή ακυρωθεί στον επαναστατικό αγώνα, επειδή παραβίασαν την αρχή ότι ο ρόλος του ΚΚ σε κάθε ιστορική στιγμή είναι να προσανατολίζει και να οδηγεί την εργατική τάξη στον αγώνα για τον σοσιαλισμό και όχι στον αγώνα για τη δημιουργία νησίδων ευημερίας για ένα μέρος της τάξης, κυρίως την εργατική αριστοκρατία, που στο πρώτο κύμα της καπιταλιστικής κρίσης πνίγεται.

Η καπιταλιστική κρίση φέρνει από το χέρι πάλι τον πόλεμο, κάνοντας τους καιρούς που ζούμε ζοφερούς. Το Κόμμα έχει την ευθύνη να προετοιμαστεί για το άμεσο μέλλον, που ήδη χτυπάει την πόρτα, και πρέπει να το κάνει στη βάση μιας αυστηρής ανάλυσης των εξελίξεων στο καπιταλιστικό σύστημα και για το ποιος θα είναι ο ρόλος της χώρας του σε αυτό το μελλοντικό σενάριο, ώστε να δράσει με βάση την πραγματικότητά του, διαμορφώνοντας τους επαναστατικούς του στόχους. Κάθε κόμμα πρέπει να πραγματοποιήσει μια σε βάθος μελέτη της οικονομίας της χώρας του και των πιο οξυμένων αντιφάσεών της, των σχέσεων παραγωγής και ποια είναι η κυρίαρχη, της μορφής διακυβέρνησης, του συσχετισμού των δυνάμεων, της δικής του ιστορίας του εργατικού αγώνα, αλλά και της επαναστατικής πείρας σε όλο τον κόσμο.

5. Η στάση απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο είναι η προώθηση των επαναστατικών θέσεων σε κάθε χώρα

Ένα πράγμα που πρέπει να θυμόμαστε είναι ότι, πέρα από αυτό που μπορεί να φαίνεται, σε περιόδους πολέμου το πολιτικό σύστημα γίνεται εξαιρετικά αδύναμο, αναγκάζοντας το κράτος να αυξήσει δραστικά τη βία και τον έλεγχό του πάνω στην κοινωνία, καθιστώντας την πολιτική ένα ωμό και αυταρχικό όπλο των συμφερόντων της αστικής τάξης, γεγονός που ανοίγει ένα ρήγμα στη νομιμοποίηση και την αξιοπιστία της στα μάτια των μαζών.

Η ανάγκη κινητοποίησης πόρων και ανθρώπινου δυναμικού για την πολεμική προσπάθεια, η λογοκρισία, η στρατιωτικοποίηση της οικονομίας και η καταστολή των ατομικών ελευθεριών, που επιδιώκουν να ενισχύσουν το κράτος κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, μπορούν να αξιοποιηθούν και να στραφούν εναντίον του, αποκαλύπτοντας την καταπιεστική και εκμεταλλευτική φύση του αστικού κράτους.

Αυτή η δυναμική ανοίγει ρωγμές και ευκαιρίες για την επανάσταση, όπως έδειξε η Μεγάλη Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση στη Ρωσία το 1917.

Ας μην υποπέσουμε, όμως, στο σφάλμα να τις αναλύουμε ως ίσες καταστάσεις, που δεν είναι, και να καταλήγουμε σε λάθος συμπεράσματα. Η ευνοϊκή στιγμή μπορεί να είναι ώριμη, οι αντικειμενικές συνθήκες ώριμες και το παράθυρο της ευκαιρίας ανοιχτό, αλλά χωρίς ένα Κόμμα με τη θεωρία και την πραγματική ικανότητα να καθοδηγήσει τις μάζες, θα σημαίνει ότι παίζουμε με την εξέγερση και υποβάλουμε το πραγματικά υπάρχον Κόμμα και τα καλύτερα στοιχεία της τάξης σε μια εξαιρετικά οδυνηρή ήττα.

Το επίπεδο ανάπτυξης και ανόδου του επαναστατικού κινήματος στις αρχές του περασμένου αιώνα δεν είναι ίδιο με αυτό που υπάρχει σήμερα, αν και οι εργαζόμενες μάζες μπορούν να βγουν στο προσκήνιο και να αποκτήσουν συνείδηση με επιταχυνόμενο ρυθμό υπό τις κατάλληλες συνθήκες και σε επαφή με την επαναστατική θεωρία. Σε κάθε περίπτωση, η μεγαλύτερη ή μικρότερη αδυναμία των Κομματικών Οργανώσεων είναι το κομβικό στοιχείο που πρέπει να υπάρχει κατά τον καθορισμό της στρατηγικής και της τακτικής που απορρέει από αυτή σε κάθε χώρα. Γιατί μπορεί ο συσχετισμός δυνάμεων να μη σηματοδοτεί την εποχή και μπορεί σήμερα να ζούμε στην εποχή της επαναστατικής μετάβασης από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό-κομμουνισμό, αλλά σηματοδοτεί τη γραμμή συσπείρωσης και πάλης που πρέπει να υιοθετηθεί.

Ο ρόλος του ΚΚ σε τέτοιες συνθήκες δεν είναι να παίζει με την εξέγερση, ούτε να κάνει μεγαλόστομες δηλώσεις που δε στηρίζονται σε πρακτικά γεγονότα. Ο ρόλος του είναι να προωθεί τις επαναστατικές θέσεις σε κάθε χώρα, εκμεταλλευόμενο τη μεγαλύτερη αδυναμία του συστήματος και, με αυτήν την έννοια, μόνο μια καλά επεξεργασμένη στρατηγική και τακτική προσαρμοσμένη στις ανάγκες της ταξικής πάλης σε κάθε χώρα μπορεί να οδηγήσει σε μια σημαντική προώθηση αυτών των θέσεων, με μια συγκέντρωση δυνάμεων που θα μπορούσε να μας επιτρέψει να είμαστε σε καλύτερες θέσεις για να εκμεταλλευτούμε τις ευκαιρίες που μπορούν να δημιουργηθούν ή, τουλάχιστον, να πετύχουμε ένα υψηλότερο επίπεδο ανάπτυξης του υποκειμενικού παράγοντα.

Αλλά ο ρόλος του Κόμματος είναι επίσης να σχεδιάζει και να προετοιμάζεται εκ των προτέρων, εκμεταλλευόμενο τις ευνοϊκότερες συνθήκες, μελετώντας και μαθαίνοντας από την ιστορική πείρα της αντίστασης και των αγώνων σε περιόδους παρανομίας και προετοιμάζοντας και ενισχύοντας τις απαραίτητες ικανότητες από οργανωτική άποψη, εξετάζοντας τα μέσα για την περιφρούρηση του κομματικού δυναμικού στη σύνδεσή του με τις μάζες, καθιστώντας δυνατή μια σταθερή καθοδήγηση σε βάθος χρόνου και ασφαλή κανάλια επικοινωνίας, με στόχο το Κόμμα να μπορεί να συνεχίσει τη δραστηριότητά του σε κάθε πιθανό σενάριο των εξελίξεων. Φυσικά, δεν υπάρχει σε όλες τις χώρες ο ίδιος συσχετισμός δυνάμεων και δε θα συμμετάσχουν όλες με τον ίδιο τρόπο σε περίπτωση κλιμάκωσης των συγκρούσεων, είτε αυτές είναι τοπικές είτε πιο γενικευμένες.

Οι βασικές πλευρές που πρέπει να ενισχυθούν απέναντι στην προέλαση της αντίδρασης, στις ακροδεξιές ή/και φασιστικές πολιτικές εκφράσεις της, οι οποίες παίρνουν όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις καθώς τα πολεμοκάπηλα μηνύματα κυριαρχούν στη ρητορική της άρχουσας τάξης και ο αντικομμουνισμός γίνεται κρατική πολιτική, είναι να αφιερώσουμε τη μεγαλύτερη δυνατή προσπάθεια στην ενίσχυση των συνδικάτων, στη δημιουργία ενός πλατιού αντιιμπεριαλιστικού κινήματος υπέρ της ειρήνης και κατά του πολέμου και για την εξάλειψη των αιτιών που τον γεννούν και τη διασφάλιση διεθνών δικτύων αλληλεγγύης.

6. Το Κόμμα ως οργανωμένη μειοψηφία και συνειδητό τμήμα της εργατικής τάξης

Οι εργαζόμενες μάζες διαβιώνουν σε συνθήκες που καθορίζονται από την εκμετάλλευση, έχοντας ως κοινό χαρακτηριστικό την αδυναμία ανάπτυξης των ανθρώπινων ικανοτήτων τους ως αποτέλεσμα της αλλοτρίωσης στην οποία υπόκεινται.

Σε αυτές τις συνθήκες αλλοτρίωσης, στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος, ο εργαζόμενος αισθάνεται αποκομμένος από διάφορες πλευρές της εργασίας του και της ίδιας της ανθρώπινης υπόστασής του. Πρώτον, ο εργαζόμενος δεν έχει κανέναν έλεγχο επί του τελικού προϊόντος της εργασίας του, το οποίο ιδιοποιείται ο καπιταλιστής· δεύτερον, ο εργαζόμενος δεν έχει κανέναν έλεγχο επί της εργασιακής διαδικασίας, η οποία υπαγορεύεται από τις ανάγκες του καπιταλιστή· τρίτον, η εργασία γίνεται μια δραστηριότητα εξωτερική για τον εργαζόμενο, η οποία δεν του επιτρέπει να εκφράσει τη δική του δημιουργική και ελεύθερη φύση· και τέταρτον, το καπιταλιστικό σύστημα ενθαρρύνει τον ανταγωνισμό και τον ατομικισμό, οδηγώντας στον κατακερματισμό των κοινωνικών σχέσεων.

Η αλλοτρίωση είναι εγγενής συνέπεια του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής, όπου ο εργαζόμενος γίνεται ένα απλό εργαλείο για την παραγωγή κέρδους και όχι ένα ελεύθερο και αυτοπραγματοποιημένο ανθρώπινο ον.

Στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος, οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων είναι στρεβλές και κατακερματισμένες. Αντί για μια κοινότητα αλληλεγγύης, ο καπιταλισμός ενθαρρύνει τον ανταγωνισμό και τον ατομικισμό μεταξύ των εργαζόμενων. Ο εργαζόμενος αισθάνεται απομονωμένος και διαχωρισμένος από τους άλλους, δεν έχει την αίσθηση ότι ανήκει σε μια ευρύτερη κοινότητα.

Αυτή η αποξένωση από τους άλλους ανθρώπους αποδυναμώνει την κοινωνική μας φύση και μας εμποδίζει να αναπτύξουμε ουσιαστικές και υποστηρικτικές σχέσεις με τους συνανθρώπους μας.

Αυτή η συνθήκη καθορίζει πώς το Κόμμα μπορεί να συγκεντρώσει μόνο μια μειοψηφία της εργατικής τάξης, επειδή στην καπιταλιστική κοινωνία τα συνειδητά στοιχεία της τάξης είναι αναγκαστικά μια μειοψηφία της εργατικής τάξης.

Ο ρόλος του Κόμματος είναι να οργανώσει συλλογικά και να εγγυηθεί αυτήν την πρωτοπόρα συνείδηση, καθώς και τις προϋποθέσεις για να τραβήξει τις εργαζόμενες μάζες με το μέρος της, δίνοντας τη σωστή πολιτική απάντηση σε κάθε στιγμή και εμποδίζοντας την κάθε προσπάθεια να τεθεί υπό αμφισβήτηση ο στρατηγικός στόχος.

Το ΚΚ είναι ένα τμήμα της εργατικής τάξης και πρέπει να είναι το πρωτοπόρο απόσπασμά της στον αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού και την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού.

Το να μιλάμε για τον πρωτοπόρο ρόλο του Κόμματος δεν είναι απλά μια διακήρυξη, πρέπει να είναι η πρακτική εφαρμογή μιας οργανωμένης προσπάθειας και δράσης πάνω στις πλευρές που πρέπει να το χαρακτηρίζουν ως πρωτοπορία. Μεταξύ αυτών είναι η αναγκαία και πλατιά γνώση των συνθηκών ζωής και εργασίας της εργατικής τάξης, η οποία θα επιτρέπει τον αυστηρό καθορισμό των στόχων του αγώνα σε κάθε στιγμή και στην προοπτική της προώθησης των επαναστατικών θέσεων. Από την άλλη πλευρά, ο στενός δεσμός του Κόμματος με την τάξη και τις μάζες είναι απαραίτητος για την άσκηση του καθοδηγητικού του ρόλου, επειδή η εργατική τάξη χρειάζεται την άσκηση αυτού του ρόλου για να φτάσει στο αναγκαίο επίπεδο ταξικής συνείδησης για την εκτέλεση της ιστορικής της αποστολής. Και σε αυτό το πλαίσιο, το Κόμμα πρέπει όχι μόνο να μεταφέρει την εμπειρία του στις μάζες, αλλά να μαθαίνει από αυτές και να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή ποιες είναι οι διαθέσεις και η στάση τους ώστε να επιδρά στη διαμόρφωσή τους, αποφεύγοντας να συγχέει τον βαθμό αποφασιστικότητας και βούλησης των μαζών με εκείνον του Κόμματος και ακόμη και με εκείνον των ηγετικών στελεχών του.

Όλα τα παραπάνω απαιτούν από το Κόμμα ένα ορισμένο επίπεδο συνείδησης, θάρρους και μαχητικότητας που θα του επιτρέψει να εκπληρώσει τα καθήκοντά του υπό οποιεσδήποτε συνθήκες χρειαστεί να παρέμβει. Καθώς και να μην ξεχνά ποτέ ότι είναι η ίδια η εργατική τάξη και οι λαϊκές μάζες που πρέπει άμεσα, μαζί με το Κόμμα, να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους και να επιτύχουν τη χειραφέτηση.

7. Η ταξική αυτοτέλεια και τα μαζικά μέτωπα

Η ταξική αυτοτέλεια είναι αναγκαία προϋπόθεση για να αναπτύξει η εργατική τάξη τη συνείδηση και την αγωνιστική της ικανότητα. Η εργατική τάξη πρέπει να έχει συνείδηση των ταξικών της συμφερόντων ανά πάσα στιγμή και του ιστορικού της ρόλου ως επαναστατικής τάξης και πρέπει να είναι σε θέση να ενεργεί αυτοτελώς και αυτόνομα στην ταξική πάλη, χωρίς να επιτρέπει στον εαυτό της να επηρεάζεται ή να ποδηγετείται από άλλες τάξεις ή κοινωνικές δυνάμεις υποτασσόμενη σε αυτές. Μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο συμμαχιών με άλλα κινήματα ή στρώματα, αλλά πάντα από θέσεις αυτοτέλειας και αυτονομίας και χωρίς να απαρνηθεί τα ταξικά της συμφέροντα.

Ο ρόλος του Κόμματος πρέπει να είναι του εγγυητή αυτής της αυτοτέλειας, παρέχοντας μια οργανωτική δομή, μια πολιτική πλατφόρμα και μια ιδεολογία που επιδιώκει να οδηγήσει την εργατική τάξη να εκπληρώσει την ιστορική της αποστολή ως νεκροθάφτης του καπιταλιστικού συστήματος.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της Ιστορίας, η εργατική τάξη έχει προικιστεί με οργανώσεις που καθιστούν το ΚΚ όχι τη μοναδική οργάνωση της τάξης, αν και η πολιτική του καθοδήγηση θα πρέπει να επιδρά σε όλες αυτές.

Η ανάγκη όλων αυτών των μαζικών οργανώσεων να εδραιώσουν και να προωθήσουν τις ταξικές θέσεις θέτει στην ημερήσια διάταξη για κάθε ΚΚ το καθήκον να δουλέψει για να κερδίσει αυτόν τον ρόλο της ηγετικής δύναμης με τη δράση των κομμουνιστών. Η καθιέρωση οργανικών δεσμών με το Κόμμα, για να μπορέσει να γίνει η συνειδητή πολιτική ηγεσία του μαζικού κινήματος και να συντονίσει τη δράση του με την επαναστατική στρατηγική και τακτική, είναι κρίσιμο ζήτημα.

Ο ρόλος του ΚΚ πρέπει να είναι η αντιπαράθεση και η αμφισβήτηση της ηγεμονίας της σοσιαλδημοκρατίας και των άλλων ρεφορμιστικών και οπορτουνιστικών ρευμάτων που πλειοψηφούν, αλλά και ενάντια στις αριστερίστικες τάσεις που μας απομονώνουν από τις μάζες και μας εμποδίζουν να συνδεθούμε με τα συγκεκριμένα αιτήματά τους.

Η δουλειά μέσα στις μαζικές οργανώσεις, ιδιαίτερα στα συνδικάτα, ακόμη και αν αυτά τα εχθρικά ρεύματα είναι σήμερα ηγεμονικά, είναι μια αναγκαιότητα, αν δε θέλουμε να εγκαταλείψουμε τις πιο καθυστερημένες πολιτικά εργατικές μάζες. Το να μην το κάνουμε αυτό, θα ήταν σα να ξεγράφουμε τη συντριπτική πλειοψηφία της εργατικής τάξης που βρίσκεται σήμερα υπό την επιρροή της κυρίαρχης ιδεολογίας και που δεν έχει σαφώς καθορισμένη ταξική συνείδηση.

8. Δομή και σύνθεση του Κόμματος

Το Κόμμα δεν είναι μόνο αναγκαίο, αλλά και αναντικατάστατο και οι οργανωτικές πλευρές δεν είναι λιγότερο σημαντικές για τη προώθηση ή την παρεμπόδιση του ρόλου που του έχει ανατεθεί.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πείρα στην Ισπανία, όπου το Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας (ΚΚΙ) άλλαξε τη δομή του και μετέτρεψε τις ΚΟΒ σε μια δομή εδαφικών συσπειρώσεων. Από τη στιγμή που απαρνήθηκε τον επαναστατικό χαρακτήρα του, επέβαλε μια κομματική δομή αντίστοιχη μιας οργάνωσης στο πλαίσιο των δημοτικών εκλογικών περιφερειών, μετατρέποντας έτσι εκ των πραγμάτων τις Οργανώσεις Βάσης του ΚΚΙ σε μια εκλογική οργάνωση στην υπηρεσία της θεσμικής του εκπροσώπησης. Το ίδιο το ΚΚΙ έγινε ο εκλογικός μηχανισμός των κοινοβουλευτικών εδρών, οι οποίες, στη μέγγενη αυτού που κάθε φορά είναι δυνατό στα αστικά θεσμικά πλαίσια, κατέληξαν να υπερασπίζονται και να συμμετέχουν στις λεγόμενες αριστερές ή προοδευτικές κυβερνήσεις.

Η δομή, όπως βλέπουμε, δεν αφορά μόνο την τακτική στιγμή, αλλά και το στρατηγικό όραμα και, υπό αυτήν την έννοια, η δομή των ΚΟΒ που οργανώνονται κυρίως στους χώρους εργασίας ικανοποιεί τέλεια και τις δύο ανάγκες.

Ο χώρος εργασίας αποτελεί στρατηγικής σημασίας χώρο για την άμεση παρέμβαση του Κόμματος. Αυτό αφορά την ίδια την επαναστατική στιγμή, αφού επιτρέπει τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας και τον εργατικό έλεγχο των επιχειρήσεων, την αναδιοργάνωση της παραγωγής για την κάλυψη των αναγκών του πληθυσμού, την αντιμετώπιση του σαμποτάζ και την ανάπτυξη νέων μορφών οργάνωσης και συμμετοχής των εργαζόμενων. Βεβαίως, αφορά και το σήμερα, αφού η οργάνωση της εργατικής τάξης στις παραγωγικές μονάδες της επιτρέπει να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της, να ανεβάσει την ταξική της συνείδηση και να αναπτύξει τη διεκδικητική της δύναμη, με τα συνδικάτα και την Κομματική Οργάνωση να είναι αλληλοσυμπληρούμενα και αναντικατάστατα σε αυτό το πεδίο. Η πολιτική της «εργατικής στροφής», που ανέπτυξε το ΚΚ Εργαζόμενων Ισπανίας στην 3η Συνδιάσκεψη για το Εργατικό-Συνδικαλιστικό Κίνημα, έχει μια από τις κύριες ρίζες της σε αυτήν την αντίληψη.

Η παρουσία μας στους χώρους εργασίας επιτρέπει στο Κόμμα να εκπληρώσει τον ουσιαστικό του ρόλο, δηλαδή να στηρίξει τον συνδικαλιστικό ή οικονομικό αγώνα και τον αντικαπιταλιστικό-αντιμονοπωλιακό προσανατολισμό, δυναμώνοντας τον πολιτικό και τον ιδεολογικό αγώνα. Διότι η ταξική πάλη εκδηλώνεται πλήρως σε αυτούς τους τρεις αγώνες και δεν μπορεί να προχωρήσει σωστά ο ένας χωρίς τους άλλους. Με την κυριαρχία των μονοπωλίων και του χρηματιστικού κεφαλαίου, η εργατική τάξη, ακόμη και με ένα ευρύ και καλά δομημένο συνδικαλιστικό κίνημα, αν δεν έχει το Κόμμα της, είναι καταδικασμένη στα σκαμπανεβάσματα μιας συνεχούς υποχώρησης των δικαιωμάτων της. Ο ρόλος του Κόμματος είναι να δείξει τα όρια του καπιταλισμού και να πλέξει την ενότητα του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος κάτω από τις σημαίες της ταξικής αυτοτέλειας.

Το ΚΚ πρέπει να έχει Οργανώσεις Βάσης στις οποίες κάθε στιγμή, λόγω των αναγκών προσαρμογής στην αντικειμενική πραγματικότητα, να μπορούν να γίνουν οι απαραίτητες προσαρμογές για να συνεχιστεί η κομματική δραστηριότητα στις μάζες με τον βέλτιστο τρόπο, έχοντας τη δυνατότητα να απορροφήσει ή να περιορίσει το κομματικό δυναμικό και να εγγυηθεί την κομματική οικοδόμηση και τη διαδοχή των γενεών πέρα από τη συμβολή της Κομμουνιστικής Νεολαίας (ΚΝ). Το Κόμμα πρέπει να είναι μια οργάνωση με την ικανότητα να διατηρεί τακτική επικοινωνία και καθοδηγητική σχέση μεταξύ της κεντρικής καθοδήγησης και των κατά τόπους Οργανώσεων και αυτών με τη σειρά τους με τις Οργανώσεις Βάσης, επιτρέποντας την παροχή σχετικών και έγκαιρων πληροφοριών που είναι απαραίτητες για τη δουλειά και τη δράση του Κόμματος, καθώς και την παροχή του περιοδικού Τύπου και των γενικών οδηγιών για την αγκιτάτσια.

Μια δομή που επιτρέπει στην κεντρική καθοδήγηση να έχει συνέχεια και σταθερότητα, καθιστώντας δυνατή τη μελέτη της πραγματικότητας και την επεξεργασία πολιτικών στο πλαίσιο των θέσεων και του Προγράμματος του Κόμματος και Οργανώσεις Βάσης πλήρως γειωμένες, με προτεραιότητα στους χώρους εργασίας και με δράση στους χώρους κατοικίας της εργατικής τάξης. Αυτό επιτρέπει την αυτοτελή κομματική παρέμβαση στις μάζες, καθώς και την οργανωμένη παρουσία και παρέμβαση μέσω άλλων μορφών οργάνωσης της εργατικής τάξης.

Επομένως, μιλάμε για μια δομή στην υπηρεσία της επαναστατικής στρατηγικής με τα επιμέρους χαρακτηριστικά που μπορεί να είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη και την ενίσχυσή της στην υπηρεσία της τακτικής.

Μιλάμε για ένα Κόμμα το οποίο είναι οργανωμένο ώστε να είναι σε θέση να ανταποκριθεί σε κάθε συγκεκριμένο σενάριο και να αποτελεί την οργάνωση που μπορεί να αγωνιστεί κάτω απ’ όλες τις συνθήκες. Ένα Κόμμα, λοιπόν, που μελετάει τις πιθανές μελλοντικές εξελίξεις στον σημερινό κόσμο και που έχει πολύ καλά στο μυαλό του ότι, σε μια κατάσταση ακραίας αδυναμίας του συστήματος, θα πρέπει να απαντήσει στην ακραία βία που θα δημιουργήσει αυτή η αδυναμία με όλους τους μηχανισμούς που έχει στη διάθεσή του και που στην Ιστορία έχουν αποδείξει την αποτελεσματικότητά τους.

9. Μόρφωση και εξειδίκευση των στελεχών

Σήμερα, έχουν αναδυθεί πολλά ζητήματα από την πλούσια επαναστατική πείρα του κινήματός μας που χρειάζεται να μελετήσουμε. Διαθέτουμε μια εκτεταμένη συλλογή έργων των σημαντικότερων στοχαστών, αν και, μετά από την προσωρινή νίκη της αντεπανάστασης, υπάρχουν σοβαρά προβλήματα στη συνέχιση της μελέτης, τόσο λόγω της αδυναμίας του κινήματός μας όσο και της επιρροής μη επαναστατικών ρευμάτων στο εσωτερικό του.

Ακόμα και έτσι, ορισμένα κόμματα κατάφεραν να θεμελιώσουν θεωρητικά ζητήματα για βασικές πλευρές του κινήματός μας, που έκαναν τον επαναστατικό δρόμο και πάλι επίκαιρο. Το ερώτημα είναι αν απ’ όλες αυτές τις θεωρητικές επεξεργασίες και τις μελέτες, εκτός από την εξαγωγή θεωρητικών συμπερασμάτων, είμαστε σε θέση να τις μεταφράσουμε σε πρακτικά στοιχεία δράσης μέσα και έξω από το Κόμμα. Η ενσωμάτωση της μόρφωσης στην καθημερινή δραστηριότητα και ο εξοπλισμός του δραστήριου μέλους του Κόμματος με τα θεωρητικά εργαλεία που είναι απαραίτητα για την πρακτική δουλειά απαιτεί όχι μόνο τη χωριστή μελέτη των κύριων έργων του μαρξισμού-λενινισμού, αλλά και την αφομοίωση των νέων εξελίξεων. Αν δεν το κάνουμε αυτό, κινδυνεύουμε από μελλοντικές παρανοήσεις και πιθανή αποκοπή της κεντρικής καθοδήγησης του Κόμματος και των μελών του Κόμματος. Η ενίσχυση της μαρξιστικής-λενινιστικής μόρφωσης αναδεικνύεται έτσι ως κεντρικό καθήκον του Κόμματος και ειδικότερα η μόρφωση και η εξειδίκευση των στελεχών που επιτρέπει τον καταμερισμό της εργασίας, ώστε να βελτιστοποιήσουμε τις δυνάμεις και τους πόρους που έχουμε στη διάθεσή μας, εγκαταλείποντας τις ερασιτεχνικές μεθόδους δουλειάς, όπου όλοι κάνουν τα πάντα. Για τον σκοπό αυτόν, σε κάθε στέλεχος πρέπει να ανατεθεί η δουλειά που είναι σε θέση να φέρει εις πέρας καλύτερα και να την εντάξει στη δουλειά του Κόμματός μας στο σύνολό της, σε μια προσπάθεια να ενισχυθεί η ιδεολογικοπολιτική ικανότητα και να αξιοποιηθεί η πείρα για την εναλλαγή στελεχών και την ανάληψη ευθυνών.

Όμως, η εξειδίκευση δεν πρέπει να εμποδίζει την ευρεία γνώση της αποστολής του Κόμματος, του Προγράμματός του, του μαρξιστικού-λενινιστικού θεωρητικού έργου, της πολιτικής του και του τρόπου με τον οποίον συνδέεται με το Πρόγραμμα. Ο ρόλος του Κόμματος σε αυτόν τον τομέα είναι να εκπαιδεύσει αγωνιστές και ολοκληρωμένα στελέχη των οποίων η δραστηριότητα εξειδικεύεται ανάλογα με τις ιδιαίτερες ικανότητές τους στην πράξη, κομμουνιστές που δρουν και βλέπουν σε κάθε τους πράξη τη θέση που κατέχουν στο επαναστατικό σχέδιο στο σύνολό του. Η μη υλοποίηση αυτού του καθήκοντος μπορεί να οδηγήσει στη μετατροπή των κομματικών στελεχών σε σκέτους κοινωνικούς διανοούμενους ή σε γραφειοκράτες και τεχνοκράτες μακριά από την πραγματικότητα της τάξης και επομένως πιο ευάλωτους –και στις δύο περιπτώσεις– στην επιρροή της ξένης ιδεολογίας.

Η ταξική πάλη απαιτεί επαναστατικά στελέχη, επαγγελματίες επαναστάτες αφοσιωμένους στην πολιτική δράση. Αυτά τα στελέχη πρέπει να επιλέγονται και να εκπαιδεύονται προσεκτικά και πρέπει να είναι προικισμένα με μια στέρεη θεωρητική και πρακτική κατάρτιση στον μαρξισμό-λενινισμό. Τα επαναστατικά στελέχη είναι η κινητήρια δύναμη της επανάστασης και η επιλογή και η εκπαίδευσή τους αποτελεί καθήκον προτεραιότητας για το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Το ΚΚ Εργαζόμενων Ισπανίας ασχολείται σήμερα με το καθήκον αυτό. Χρειαζόμαστε ένα Κόμμα που να είναι ικανό να διαμορφώσει αυτά τα στελέχη ως ενισχυμένο σκελετό της δομής του. Τον σκελετό ενός σώματος που εμπιστεύεται την εργατική τάξη και τον επαναστατικό της χαρακτήρα, που διαθέτει υψηλό επίπεδο ιδεολογικοπολιτικής επαγρύπνησης, έχει ένα ισχυρό μέτωπο απέναντι στον οπορτουνισμό και τις δογματικές θέσεις ξεκομμένες από την πραγματικότητα της ταξικής πάλης, που έχει συνείδηση των αιτιών των δυσκολιών που αντιμετωπίζει η εργατική τάξη ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης και που είναι διατεθειμένο να περπατήσει τον μακρύ δρόμο που οδηγεί στην επαναστατική υπέρβαση ενός τρόπου παραγωγής που έχει φτάσει στο ιστορικό του όριο.