Σύγχρονα συμπεράσματα από τον ιμπεριαλιστικό Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο


Κώστας Σκολαρίκος, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ

Η επέτειος των ογδόντα χρόνων από το τέλος του ιμπεριαλιστικού Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου μας βρίσκει πιο κοντά στη συνειδητοποίηση της πιθανότητας μιας νέας γενικευμένης ιμπεριαλιστικής σύγκρουσης.

Εκτός από τα πρόσφατα μέτωπα σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή, άλλα πενήντα παραμένουν ενεργά και απλώνονται από τη Σενεγάλη έως τη Μιανμάρ και από τη Μοζαμβίκη έως το Κασμίρ, ενώ σε άλλα οι σπίθες του πολέμου σιγοκαίνε στα ερείπια περασμένων συγκρούσεων. Πίσω από τους τοπικούς πρωταγωνιστές των περιφερειακών συγκρούσεων, διαφαίνεται η διαμάχη ΗΠΑ-Κίνας για την πρωτοκαθεδρία στο ιμπεριαλιστικό σύστημα και η πολύμορφη εμπλοκή των δύο βασικών ιμπεριαλιστικών μπλοκ, του ευρωατλαντικού (ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ, παρά τις μεταξύ τους αντιθέσεις και ανταγωνισμούς, που οξύνονται το τελευταίο διάστημα) και του υπό διαμόρφωση ευρασιατικού (με επικεφαλής τη Ρωσία και την Κίνα, με δεδομένους επίσης ανταγωνισμούς και αντιθέσεις). Ταυτόχρονα, το ενδεχόμενο άμεσης στρατιωτικής εμπλοκής των δύο μπλοκ σε σημεία συγκέντρωσης στρατιωτικών δυνάμεων, όπως η Ουκρανία και η Νότια Σινική Θάλασσα, ή σε νέα πεδία αντιπαράθεσης κυοφορείται από τον αναμφισβήτητο ανταγωνισμό τους.

Ο κίνδυνος γενίκευσης του ιμπεριαλιστικού πολέμου δεν αντιφάσκει με τις ταλαντεύσεις καπιταλιστικών κρατών στην επιλογή ιμπεριαλιστικής συμμαχίας ή με την απόπειρα να αποσπαστούν ή να ουδετεροποιηθούν σύμμαχοι από το αντίπαλο ιμπεριαλιστικό μπλοκ (εδώ εντάσσονται και οι προσπάθειες ενίσχυσης αστικών δυνάμεων με διαφορετικό διεθνή προσανατολισμό ή αποσταθεροποίησης αστικών κυβερνήσεων). Δεν αντιφάσκει ούτε με τους ανταγωνισμούς στο εσωτερικό του κάθε ιμπεριαλιστικού μπλοκ και τις αναδιατάξεις συμμαχιών. Πρόκειται για φαινόμενα που συνόδεψαν και τις προηγούμενες γενικευμένες ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις, έως ότου διαμορφωθούν ξεκάθαρα τα αντιπαρατασσόμενα στρατόπεδα.

Στην κατεύθυνση γενίκευσης του πολέμου συντείνει το προβάδισμα της πολεμικής προετοιμασίας έναντι των διπλωματικών διαπραγματεύσεων. Η πολεμική προετοιμασία δεν εκφράζεται μόνο με την κούρσα των εξοπλισμών και την προώθηση της «πολεμικής οικονομίας», δηλαδή με την προσαρμογή της καπιταλιστικής οικονομίας σε συνθήκες πολέμου. Αναπόσπαστο τμήμα της είναι και η γενικευμένη επίθεση της καπιταλιστικής προπαγάνδας, έτσι ώστε οι εργατικές-λαϊκές δυνάμεις να αποδεχτούν το ενδεχόμενο του πολέμου, να υιοθετήσουν τις συμμαχίες και τις στοχεύσεις του καπιταλιστικού κράτους τους και να στρατευτούν ενεργά για την επίτευξή τους. Γι’ αυτό, η εξαγωγή ιστορικών συμπερασμάτων για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο από τη σκοπιά των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων είναι όχι μόνο ιδιαίτερα χρήσιμη και κρίσιμη, αλλά και εξαιρετικά επίκαιρη.

Η εποχή του ιμπεριαλισμού και ο πόλεμος

Η αυγή του 20ού αιώνα σηματοδότησε το πέρασμα του καπιταλισμού στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Η ραγδαία καπιταλιστική ανάπτυξη της προηγούμενης περιόδου οδήγησε στην κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου και των μονοπωλίων. Στη διάρκειά της, η γιγαντιαία κεφαλαιοκρατική συσσώρευση και οι εικόνες πολυτελούς καθημερινότητας της αστικής τάξης αποτέλεσαν το άλλο πρόσωπο των άθλιων συνθηκών διαβίωσης της εργατικής τάξης και της καταλήστευσης των αποικιών. Το τέλος της συνοδεύτηκε από τη βίαιη αντιπαράθεση των καπιταλιστικών κρατών και των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών για το μοίρασμα των αποικιών, των σφαιρών επιρροής και των αγορών.

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος αποτέλεσε τυπικό προϊόν και χαρακτηριστικότερο δείγμα της νέας εποχής, ήταν ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ενεπλάκησαν σε αυτόν λαοί και από τις πέντε ηπείρους. Έτσι και αλλιώς, μεγάλο κομμάτι του τότε κόσμου εντασσόταν στο αποικιοκρατικό σύστημα ενός ισχυρού καπιταλιστικού κράτους. Ο πόλεμος ολοκληρώθηκε με νίκη της ιμπεριαλιστικής συμμαχίας της Αντάντ (Μ. Βρετανία, Γαλλία, Σερβία, Βέλγιο, Ιαπωνία, Ιταλία, Ρουμανία, ΗΠΑ και Ελλάδα) και την ήττα των Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανική Αυτοκρατορία, Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, Οθωμανική Αυτοκρατορία, Βασίλειο της Βουλγαρίας).

Όμως, στη διάρκειά του, μέσα από τα χαλάσματα και τη φρίκη των ιμπεριαλιστικών σφαγών, ξεπήδησε η Μεγάλη Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση, που καθοδηγήθηκε από το Κόμμα των Μπολσεβίκων. Αμέσως μετά από το ξέσπασμα του ιμπεριαλιστικού πολέμου, ο Λένιν πρόκρινε τη μετατροπή του σε σοσιαλιστική επανάσταση και προσανατόλισε ανάλογα την κομματική δράση. Υιοθετώντας τον στόχο της σοσιαλιστικής επανάστασης μετά από την ανατροπή του τσάρου, το Κόμμα των Μπολσεβίκων συγκρούστηκε με τους αστούς μεταρρυθμιστές που επιδίωκαν τη συνέχιση του πολέμου στο πλευρό της Αντάντ, με τους ρεφορμιστές σοσιαλιστές (μενσεβίκους κ.ά.) και τους εσέρους που καλούσαν σε υπαγωγή των Σοβιέτ στην αστική κυβέρνηση, ακόμα και με μερίδα των μπολσεβίκων που υποστήριζαν την εργατική ηγεμονία στην αστικοδημοκρατική επανάσταση.

Η επαναστατική στρατηγική των μπολσεβίκων τους επέτρεψε να διαχωριστούν από τις αντίπαλες ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, από τις αστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις στο εσωτερικό και τελικά, στις συνθήκες επαναστατικής κατάστασης που διαμόρφωσε ο πόλεμος, να ηγηθούν της νικηφόρας σοσιαλιστικής επανάστασης.

Η νίκη των μπολσεβίκων διέσωσε το κύρος του διεθνούς σοσιαλιστικού κινήματος και πρόσφερε πολιτικό σχέδιο εξόδου από τον πόλεμο προς όφελος της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Ξεσήκωσε μια πανευρωπαϊκή επαναστατική θύελλα. Σοσιαλιστική επανάσταση ξέσπασε στη Φινλανδία (άλλοτε τμήμα της Τσαρικής Αυτοκρατορίας), αλλά και σε ηττημένα καπιταλιστικά κράτη (Γερμανία, Ουγγαρία). Φαινόμενα απονομιμοποίησης της καπιταλιστικής εξουσίας και εργατικές εξεγέρσεις εμφανίστηκαν και σε άλλα καπιταλιστικά κράτη, όπως στη νικήτρια, αλλά αδικημένη από τη μοιρασιά της ιμπεριαλιστικής λείας Ιταλία.

Η διαμόρφωση συνθηκών επαναστατικής κατάστασης δεν αντιστοιχήθηκε με ανάλογη ιδεολογική-πολιτική ωριμότητα και οργανωτική ετοιμότητα του υποκειμενικού παράγοντα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι επαναστάτες σοσιαλιστές άργησαν να διαχωριστούν από τις ρεφορμιστικές ηγεσίες των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων (λίγο πριν ή στη διάρκεια της κορύφωσης της ταξικής πάλης), γεγονός που είχε καθοριστικά αρνητικό ρόλο στην έκβαση των επαναστάσεων. Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, στηρίζοντας ήδη την εγχώρια αστική τάξη έναντι των διεθνών ανταγωνιστών της, τελικά έφτασαν να συνταχτούν μαζί της στην καταστολή του επαναστατικού εργατικού κινήματος, ολοκληρώνοντας την ταξική τους αποστασία και φανερώνοντάς την πλατιά.

Υπό το βάρος των προηγούμενων εξελίξεων, ολοκληρώθηκε η διαδικασία ίδρυσης Κομμουνιστικών Κομμάτων και συγκροτήθηκε η Κομμουνιστική Διεθνής (1919). Επίκεντρό της αποτέλεσαν οι θεωρητικές επεξεργασίες του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό, για τα καθήκοντα των κομμουνιστών σε περίοδο ιμπεριαλιστικού πολέμου, για τον ταξικό χαρακτήρα του κράτους, για την αναγκαιότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης που οδηγεί στην κατάκτηση της εργατικής εξουσίας και στην έναρξη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης με καθοδηγητή το ΚΚ. Τα προηγούμενα αποκρυσταλλώθηκαν και στους 21 Όρους προσχώρησης ενός κόμματος στην ΚΔ, που ψηφίστηκαν στο 2ο Συνέδριό της (1920).

Ο χαρακτήρας του φασισμού

Είναι αδύνατο να κατανοηθούν η ταξική πάλη και οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις του Μεσοπολέμου και τελικά ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος σε απόσπαση από τα προαναφερόμενα.

Την επαύριον του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, τα καπιταλιστικά κράτη-νικητές, ελέγχοντας αποικίες, σφαίρες επιρροής και αγορές και επιβάλλοντας πολεμικές αποζημιώσεις στους ηττημένους, κατέκτησαν την κορυφή του ιμπεριαλιστικού συστήματος και μπόρεσαν να καθυποτάξουν και οικονομικά τους ανταγωνιστές τους. Ακόμα, χρησιμοποιώντας τα υπερκέρδη από την εκμετάλλευση των αποικιών, μπόρεσαν να ενσωματώσουν εργατικές-λαϊκές δυνάμεις και να διαβρώσουν το εργατικό κίνημα, δημιουργώντας αναχώματα στην ακτινοβολία της νεαρής σοβιετικής εξουσίας και στη δράση των Κομμουνιστικών Κομμάτων.

Την ίδια ώρα, τα ηττημένα καπιταλιστικά κράτη και όσα δεν απέσπασαν τα προσδοκώμενα κέρδη βρίσκονταν αντιμέτωπα με έναν διπλό κίνδυνο. Από τη μια πλευρά, οι νέες ενδοϊμπεριαλιστικές ισορροπίες έθεταν εμπόδια στην καπιταλιστική τους ανάπτυξη. Από την άλλη, το κύρος της Σοβιετικής Ρωσίας και η δράση των Κομμουνιστικών Κομμάτων υπέσκαπταν τη σταθερότητα της καπιταλιστικής εξουσίας. Μοναδική τους λύση ήταν η φυγή προς τα εμπρός μέσω μιας πολεμικής ρεβάνς, που θα επέτρεπε το ξαναμοίρασμα του κόσμου. Έτσι, ο φασισμός επιλέχτηκε ως καταλληλότερη πολιτική μορφή της καπιταλιστικής εξουσίας για την επίτευξη δύο αλληλένδετων στόχων, την καταστολή του εσωτερικού ταξικού εχθρού και την προετοιμασία για την αντιμετώπιση των αντίπαλων καπιταλιστικών κρατών.

Κόντρα στα διαχρονικώς αποπροσανατολιστικά επιχειρήματα της καπιταλιστικής προπαγάνδας, η ιδιαιτερότητα του φασισμού-ναζισμού δεν αφορούσε την αναστολή του αστικού κοινοβουλευτισμού, που χαρακτηρίζει όλες τις δικτατορίες. Εξάλλου, ο ιταλικός φασισμός και ο γερμανικός ναζισμός αναδείχτηκαν από τα κοινοβούλια, εξασφαλίζοντας τη στήριξη ή τη συναίνεση αστών πολιτικών. Ούτε η επιδίωξη εδαφικής επέκτασης και εκμετάλλευσης άλλων λαών αποτέλεσε ιδιαίτερο γνώρισμά του, αφού οι ανταγωνισμοί καπιταλιστικών κρατών για την εξασφάλιση εδαφών, αγορών και σφαιρών επιρροής είναι σύμφυτοι με τον ιμπεριαλισμό, ενώ την εποχή ανάδυσης του φασισμού-ναζισμού και τα λεγόμενα δημοκρατικά καπιταλιστικά κράτη βαρύνονταν με τα εγκλήματα της αποικιοκρατίας. Οι δε ρατσιστικές θεωρίες που χαρακτήρισαν τον ναζισμό αποτέλεσαν νωρίτερα επίκεντρο της προπαγάνδας δικαιολόγησης της αποικιοκρατίας, στο όνομα του εκπολιτισμού των αποικιοκρατούμενων λαών.

Η ιδιαίτερη ουσία του φασισμού-ναζισμού δεν εντοπίζεται ούτε στην πρωτόγνωρη καταστολή του εργατικού-λαϊκού και κομμουνιστικού κινήματος, που αποτελεί κοινό γνώρισμα κάθε πολιτικής μορφής της καπιταλιστικής εξουσίας, ειδικά σε περιόδους πολέμου ή απειλής της ύπαρξής της. Εξάλλου, όσο ο φασισμός-ναζισμός στρεφόταν αποκλειστικά εναντίον του εσωτερικού εχθρού επιδοκιμαζόταν από σημαντικούς υποστηρικτές του κοινοβουλευτισμού, όπως ο Ουίνστον Τσόρτσιλ.

Αν κάτι αποτέλεσε ιδιαιτερότητα του φασισμού-ναζισμού ήταν η μαζική και ενεργητική στράτευση λαϊκών δυνάμεων στους σχεδιασμούς και στα εγκλήματα της αστικής τάξης. Και είναι δεδομένο ότι η στράτευση λαϊκών δυνάμεων και η απόσπαση της συναίνεσης άλλων, ειδικά στην περίπτωση της ναζιστικής Γερμανίας, άνθισε στο έδαφος που είχαν καλλιεργήσει οι ληστρικές συμφωνίες ειρήνης. Σε κοινωνίες ρημαγμένες από την καπιταλιστική οικονομική κρίση και τις πολεμικές επανορθώσεις, από την εξαθλίωση και την ανεργία, τα αστικά μεγαλοϊδεατικά κηρύγματα παρουσιάστηκαν ως διέξοδος. Ταυτόχρονα, η «πολεμική οικονομία» εξασφάλιζε όχι μόνο τις προϋποθέσεις επιτυχίας στον επερχόμενο πόλεμο, αλλά και το απαραίτητο υλικό υπόστρωμα αναδιαμόρφωσης και στερέωσης των συμμαχιών της αστικής τάξης.

Η πορεία προς τον πόλεμο και οι διαφορετικές αστικές στρατηγικές

Οι βλέψεις του φασιστικού Άξονα αντιμετωπίστηκαν ποικιλότροπα. Μια μερίδα αστικών δυνάμεων, κυρίως της Βρετανίας και της Γαλλίας, πρόκρινε τη λεγόμενη «πολιτική κατευνασμού», δηλαδή την επιδίωξη οι εδαφικές αξιώσεις του Άξονα να στραφούν ανατολικά, πυροδοτώντας μια σύγκρουση Γερμανίας-ΕΣΣΔ. Ήλπιζαν πως η αμοιβαία εξασθένιση των αντιμαχόμενων θα τους επέτρεπε στη συνέχεια να ανατρέψουν τη σοβιετική εξουσία και να αποκαταστήσουν τις ισορροπίες στο ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Παρόμοια αντιμετώπισαν αρχικά αμερικανικοί αστικοί κύκλοι τις ιαπωνικές βλέψεις, προσπαθώντας να τις ανακατευθύνουν από τον Ειρηνικό προς τα εδάφη της Κίνας και της ΕΣΣΔ. Έτσι και αλλιώς, η Ιαπωνία είχε εισβάλλει από το 1931 στα εδάφη της Μαντζουρίας και είχε δημιουργήσει το κράτος-μαριονέτα του Μαντσουκούο στα σύνορα της ΕΣΣΔ.

Οι υποστηρικτές του «κατευνασμού» κυριάρχησαν τη δεκαετία του 1930. Έτσι, ερμηνεύεται η ανοχή των λεγόμενων δημοκρατικών καπιταλιστικών κυβερνήσεων στο ρεσιτάλ επιθετικότητας του Άξονα [ανασύσταση γερμανικού στρατού (Μάρτης 1935), στρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας (1935), βρετανογερμανική ναυτική συμφωνία (Ιούνης 1935), ιταλική εισβολή στην Αιθιοπία (Οκτώβρης 1935), ανακήρυξη Ιταλικής Ανατολικής Αφρικής (Μάης 1936), πολιτική «μη επέμβασης» στον Ισπανικό Εμφύλιο (1936-1939), προσάρτηση Αυστρίας (Μάρτης 1938), Σύμφωνο Μονάχου μεταξύ Μ. Βρετανίας-Γαλλίας-Γερμανίας-Ιταλίας (Σεπτέμβρης 1938), φιλοναζιστικό πραξικόπημα στη Σλοβακία και κατάληψη της Βοημίας-Μοραβίας από τον γερμανικό στρατό (Μάρτης 1939)]. Ακόμα και όταν η Γερμανία επιτέθηκε στην Πολωνία (Σεπτέμβρης 1939), η Μ. Βρετανία και η Γαλλία της κήρυξαν πόλεμο που έμεινε ιστορικά γνωστός ως «παράξενος», ακριβώς επειδή δε σημειώθηκε καμιά πολεμική αναμέτρηση. Αντίθετα, Μ. Βρετανία, Γαλλία και ΗΠΑ συνεργάστηκαν με τη Γερμανία και την Ιταλία στη στήριξη της Φινλανδίας στη διάρκεια του σοβιετοφινλανδικού πολέμου (Οκτώβρης 1939-Μάρτης 1940).

Η εξαπόλυση του γερμανικού κεραυνοβόλου πολέμου ενάντια στη Δανία και στη Νορβηγία (Απρίλης 1940) και στη συνέχεια ενάντια στις Κάτω Χώρες (Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο) και στη Γαλλία (Μάης 1940) και η γρήγορη κατάληψή τους αποτέλεσαν απόδειξη αποτυχίας και κύκνειο άσμα της «πολιτικής κατευνασμού», που επέφερε αλλαγές στη διακυβέρνηση των λεγόμενων δημοκρατικών καπιταλιστικών κρατών. Έτσι, στο πηδάλιο της βρετανικής κυβέρνησης βρέθηκε ο Τσόρτσιλ, ενώ ο στρατηγός Ντε Γκολ κατήγγειλε τον σχηματισμό της κυβέρνησης Βισί και κατέφυγε στα βρετανικά εδάφη για να συγκροτήσει εξόριστη γαλλική κυβέρνηση και να συνεχίσει τη μάχη κατά του Άξονα. Υπέρ της πολεμικής αναμέτρησης με τον Άξονα τάχτηκε τελικά και ο πρόεδρος των ΗΠΑ Φραγκλίνος Ρούζβελτ. Ως αποτέλεσμα, διαμορφώθηκαν σταδιακά οι προϋποθέσεις μιας συμμαχίας με την ΕΣΣΔ. Η οπτική των υπέρμαχων της σύγκρουσης με τον φασιστικό Άξονα, που εμφανίστηκε με παραλλαγές στις ΗΠΑ, στη Μ. Βρετανία, στη Γαλλία και σε άλλα καπιταλιστικά κράτη, δεν αποτελούσε προϊόν μιας διακριτής στάσης απέναντι στον φασισμό-ναζισμό για ιδεολογικούς ή άλλους λόγους αρχών, όπως επιχειρήθηκε μεταπολεμικά να προβληθεί. Ούτε και εξέφραζε μια ανεκτικότερη στάση απέναντι στην ΕΣΣΔ, στο εργατικό-λαϊκό και κομμουνιστικό κίνημα. Αντίθετα, ήταν αποτέλεσμα της διάψευσης της «πολιτικής κατευνασμού» και προσανατολιζόταν και οριοθετούνταν από την αντίληψη ότι η πολεμική σύγκρουση με τον Άξονα εξυπηρετούσε καλύτερα τα συμφέροντα των αστικών τους τάξεων.

Όπως υποστήριξε χαρακτηριστικά ο Τσόρτσιλ, εξακολουθούσε να είναι αντικομμουνιστής, αλλά θεωρούσε ότι τα βρετανικά συμφέροντα απειλούνταν τη δεδομένη περίοδο περισσότερο από τις επιδιώξεις του Άξονα παρά από την ΕΣΣΔ. Μεταπολεμικά, ο ίδιος κάλεσε τις ΗΠΑ να εξαπολύσουν πυρηνική επίθεση εναντίον της ΕΣΣΔ, ενώ όλα τα καπιταλιστικά κράτη αξιοποίησαν στελέχη του ναζιστικού και του φασιστικού καθεστώτος στην παγκόσμια αντιπαράθεση καπιταλισμού-σοσιαλισμού.

Η σοβιετική εξωτερική πολιτική και η Κομμουνιστική Διεθνής μπροστά στον πόλεμο

Η διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους αποτελούσε μια απαιτητική και σύνθετη υπόθεση. Όφειλε να προσανατολίζεται πρωταρχικά από τις ανάγκες της διεθνούς ταξικής πάλης. Παράλληλα, υπολόγιζε άλλες παραμέτρους, όπως την ανάγκη ανάπτυξης ορισμένων εμπορικών σχέσεων με καπιταλιστικά κράτη, που θα εξασφάλιζαν κυρίως εργαλειομηχανές και πρώτες ύλες απαραίτητες για τη σοσιαλιστική εκβιομηχάνιση, αλλά και ορισμένα προϊόντα αναγκαία για τη διαβίωση των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων. Η κάλυψη των προαναφερθέντων αναγκών αποτελούσε προϋπόθεση για την ανάπτυξη της σοσιαλιστικής οικονομίας και τη στερέωση της εργατικής εξουσίας. Με τον ίδιο προσανατολισμό, η σοβιετική εξωτερική πολιτική προσπαθούσε να αποτρέψει τον πόλεμο. Θέλοντας να επιτύχει τους προηγούμενους στόχους, η ΕΣΣΔ αξιοποιούσε τις ενδοϊμπεριαλιστικές και ενδοαστικές αντιθέσεις. Ιεράρχησε αρχικά ως κύριο αντίπαλο τον Άξονα και τις φασιστικές πολιτικές δυνάμεις σε κάθε χώρα, με δεδομένη τη διαρκή ιαπωνική απειλή στα ανατολικά σοβιετικά σύνορα και τις αντισοβιετικές θέσεις και στοχεύσεις της ναζιστικής Γερμανίας. Εξάλλου, μετά από την υπογραφή του Συμφώνου ενάντια στην Κομμουνιστική Διεθνή από τη Γερμανία και την Ιαπωνία (1936) και τη μετέπειτα προσχώρηση της Ιταλίας και άλλων καπιταλιστικών κρατών, οι διακηρυγμένοι στόχοι ανατροπής της σοβιετικής εξουσίας και καταστολής της δράσης του εργατικού-λαϊκού και κομμουνιστικού κινήματος εκφράστηκαν ως κεντρική θέση του Άξονα.

Έτσι, η σοβιετική εξωτερική πολιτική επιχείρησε να προωθήσει συμφωνίες με καπιταλιστικά κράτη που θίγονταν από τις διεκδικήσεις του Άξονα [Σύμφωνο για τον Ειρηνικό Ωκεανό (1933), Σύμφωνο για την Ευρωπαϊκή Συλλογική Ασφάλεια (1934), Γαλλοσοβιετικό και Σοβιετοτσεχοσλοβακικό Σύμφωνο Αμοιβαίας Βοήθειας (1935), πολυεπίπεδη στήριξη της ισπανικής κυβέρνησης μετά από το πραξικόπημα του Φράνκο (1936) κλπ.], χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα.

Για την επίτευξη των στόχων της, η σοβιετική εξωτερική πολιτική θεωρούσε αναγκαία τη στήριξη της σοσιαλδημοκρατίας σε πολλές φάσεις του Μεσοπολέμου. Η τελευταία, όμως, ασκούσε ιδεολογικές-πολιτικές πιέσεις στην Κομμουνιστική Διεθνή, άμεσα ή μέσω των Κομμουνιστικών Κομμάτων. Σε μια πορεία, θεωρητικοποιήθηκε και ιδεολογικοποιήθηκε ο διαχωρισμός του φασισμού από την καπιταλιστική του μήτρα, γεγονός που επέφερε αλλαγές στη στρατηγική του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος όπως συγκροτούνταν στη μορφή της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Ενώ το 6ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (1928) εκτίμησε τον επερχόμενο πόλεμο ως αποτέλεσμα των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και τον συνέδεσε με το ξέσπασμα νέου γύρου σοσιαλιστικών επαναστάσεων, το 7ο Συνέδριο (1935) απέδωσε στον φασισμό-ναζισμό ρόλο βασικού υποκινητή της αντισοβιετικής σταυροφορίας και του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Έτσι, όμως, αποσύνδεσε τον πόλεμο από τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και από τις ευθύνες των λεγόμενων δημοκρατικών κυβερνήσεων των καπιταλιστικών κρατών. Στην ίδια βάση, αποτιμήθηκε ως κυρίαρχο διακύβευμα της εποχής όχι η επιλογή ανάμεσα στην αστική ή στη σοσιαλιστική δημοκρατία, αλλά αυτή ανάμεσα στην αστική δημοκρατία και στον φασισμό.

Ως αποτέλεσμα, οι νέες κατευθύνσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς προέβλεπαν τη γενικευμένη συνεργασία των Κομμουνιστικών Κομμάτων με σοσιαλδημοκρατικές και άλλες αστικές δυνάμεις, ακόμα και σε κυβερνητικό επίπεδο. Με αυτόν τον τρόπο παραμερίστηκαν τα συμπεράσματα για τον ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πολύ περισσότερο, εγκρίθηκε μια πιθανή συνένωση των Κομμουνιστικών Κομμάτων με τα σοσιαλδημοκρατικά. Επίσης, προωθήθηκε η συμμετοχή των Κομμουνιστικών Κομμάτων σε αστικές κυβερνήσεις, οι οποίες θεωρήθηκαν ως μεταβατικές μορφές πλησιάσματος και περάσματος στον σοσιαλισμό. Αν και οι προηγούμενες κατευθύνσεις ήταν κοινές για όλα τα ΚΚ, η συγκρότηση Λαϊκών Μετώπων, δηλαδή η συνεργασία των Κομμουνιστικών Κομμάτων με τη σοσιαλδημοκρατία και άλλα αστικά κόμματα, και η ανάδειξή τους σε κυβέρνηση επιτεύχθηκε μόνο στη Γαλλία και στην Ισπανία, όπου οι ενδοαστικές αντιθέσεις για τις διεθνείς συμμαχίες του καπιταλιστικού κράτους οξύνθηκαν ιδιαίτερα. Η συγκρότησή τους εξέφρασε ουσιαστικά τη θέληση μερίδας αστικών δυνάμεων να συγκρουστούν με τις επιλογές του Άξονα και να προσεταιριστούν τους κομμουνιστές και το εργατικό-λαϊκό κίνημα προκειμένου να επικρατήσουν στον ενδοαστικό ανταγωνισμό.

Οι κυβερνήσεις των Λαϊκών Μετώπων δεν πέτυχαν τους στόχους τους. Όπως ήταν αναμενόμενο, δεν άνοιξαν τον δρόμο προς τον σοσιαλισμό. Ούτε και αποτέλεσαν αποτελεσματικό εμπόδιο στην αναρρίχηση αστικών φασιστικών δυνάμεων στην κυβερνητική διαχείριση των συγκεκριμένων καπιταλιστικών κρατών.

Στην περίπτωση της Ισπανίας, όταν μια πιθανή στήριξη της εκλεγμένης κυβέρνησης υποσκάφτηκε από την «πολιτική κατευνασμού» της Μ. Βρετανίας και της Γαλλίας, οι αστικές δυνάμεις που τάχτηκαν ενάντια στον Άξονα είτε διαπραγματεύτηκαν με τον Φράνκο είτε διέφυγαν στο εξωτερικό.

Από την άλλη, η συμμετοχή του ΚΚ Γαλλίας στην κυβέρνηση δεν μπόρεσε να τροποποιήσει την εξωτερική πολιτική και να επιβάλει τη στήριξη της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου στην Ισπανία. Αντίθετα, η γαλλική κυβέρνηση αρνήθηκε να αποδώσει τα ισπανικά αποθέματα χρυσού και έκλεισε τα σύνορα με την Ισπανία. Ιδιαίτερα διδακτικό είναι το γεγονός ότι το ίδιο κοινοβούλιο που υπερψήφισε την κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου έθεσε εκτός νόμου το ΚΚ Γαλλίας (με νόμο προορισμένο να αντιμετωπίσει τις φασιστικές οργανώσεις), ενώ μετά από τη νικηφόρα γερμανική επίθεση αναγνώρισε τις δυνάμεις κατοχής και την κυβέρνηση του Βισί.

Το Σύμφωνο μη Επίθεσης και η προσαρμογή της Κομμουνιστικής Διεθνούς

Στο μεταξύ, η ΕΣΣΔ, βρισκόμενη αντιμέτωπη με την αποτυχία συγκρότησης αντιχιτλερικού συνασπισμού και με την ιαπωνική εισβολή στα εδάφη της Μογγολίας, επιχείρησε να κερδίσει χρόνο με την υπογραφή Συμφώνου μη Επίθεσης με τη Γερμανία (το λεγόμενο Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ, Αύγουστος 1939). Το ίδιο επιδίωξε υπογράφοντας αργότερα Σύμφωνο Ουδετερότητας με την Ιαπωνία. Με το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ εξασφάλισε είκοσι έναν μήνες ιδιαίτερα πολύτιμους για την πολεμική της προετοιμασία. Στη διάρκειά τους, μπόρεσε να αυξήσει σημαντικά τις παρατακτές στρατιωτικές δυνάμεις της και να εξασφαλίσει τον εφοδιασμό και τον εξοπλισμό τους με νέα μέσα.

Οι ανάγκες της σοβιετικής άμυνας μεταφράστηκαν και με νέο προσανατολισμό της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Λίγες μέρες μετά από την κήρυξη του «παράξενου πολέμου» (Σεπτέμβρης 1939), η Κομμουνιστική Διεθνής τροποποίησε τις θέσεις της και τις κατευθύνσεις της προς τα Κομμουνιστικά Κόμματα. Απέδωσε ευθύνες για τον πόλεμο και στις δύο ιμπεριαλιστικές συμμαχίες και θεώρησε ξεπερασμένη τη διάκριση δημοκρατικών και φασιστικών καπιταλιστικών κρατών. Αν και οι συγκεκριμένες τοποθετήσεις ήταν σωστές, ανακύκλωναν την προσαρμογή των αποφάσεων της Κομμουνιστικής Διεθνούς στις απαιτήσεις της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής.

Πόλεμος και αναδιάταξη συμμαχιών

Η γερμανική επίθεση κατά της ΕΣΣΔ(Ιούνης 1941) και η είσοδος των ΗΠΑ στον πόλεμο μετά από την ιαπωνική επιδρομή στο Περλ Χάρμπορ (Δεκέμβρης 1941) διαμόρφωσαν νέες συνθήκες. Από την πρώτη μέρα της γερμανικής επίθεσης, η Μ. Βρετανία, που είχε απομείνει χωρίς συμμάχους στην Ευρώπη και δεχόταν γερμανικά πλήγματα από αέρα και θάλασσα, εξέφρασε πρόθεση συνεργασίας με την ΕΣΣΔ. Τον Αύγουστο του 1941, Τσόρτσιλ και Ρούζβελτ απέστειλαν κοινό μήνυμα στον Στάλιν και τον Οκτώβρη το αμερικανικό Κογκρέσο ενέταξε την ΕΣΣΔ στο Πρόγραμμα Δανεισμού και Εκμισθώσεων, ανοίγοντας τον δρόμο για την ενίσχυση του Κόκκινου Στρατού.

Η νέα κατάσταση επέδρασε και πάλι στην αλλαγή θέσεων της ΚΔ. Ο γραμματέας της Εκτελεστικής Επιτροπής της, Γκεόργκι Ντιμιτρόφ, υποστήριξε ότι η ναζιστική επίθεση στην ΕΣΣΔ άλλαξε τον χαρακτήρα του πολέμου και πως πλέον αποκτούσε εξαιρετική σημασία ό,τι βοηθούσε να επιταχυνθεί η συντριβή του φασισμού. Γι’ αυτό και κάλεσε τους κομμουνιστές να μη θέτουν τον στόχο της σοσιαλιστικής επανάστασης, αλλά να τεθούν επικεφαλής των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, διαμορφώνοντας συμμαχίες με όσους επιθυμούσαν να αγωνιστούν ενάντια στον Άξονα.

Όμως, όπως συνέβη και με τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος αποτέλεσε τη συνέχεια και την αναπότρεπτη κατάληξη των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Ήταν και αυτός ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος και γι’ αυτό εξίσου άδικος με τον προηγούμενο, τόσο από την πλευρά του Άξονα, που επιχειρούσε το ξαναμοίρασμα του κόσμου, όσο και από αυτήν των λεγόμενων δημοκρατικών κυβερνήσεων των καπιταλιστικών κρατών, που επιδίωκαν να διατηρήσουν την ηγεμονική τους θέση στο ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Ο μοναδικός καινούργιος και ταξικά αντίθετος παράγοντας της νέας ιμπεριαλιστικής σύγκρουσης ήταν η σοσιαλιστική σοβιετική εξουσία. Από την πλευρά της ΕΣΣΔ, ο πόλεμος ήταν δίκαιος, ήταν μάχη για τη διάσωση της εργατικής εξουσίας, που αποτελούσε ταυτόχρονα στήριγμα, πηγή έμπνευσης και φάρο ελπίδας για την παγκόσμια εργατική τάξη. Ο σοβιετικός λαός προσέφερε σε αυτήν την τιτάνια μάχη πρωτόγνωρες θυσίες, ακριβώς επειδή, πολεμώντας για τη σοσιαλιστική πατρίδα, υπερασπιζόταν το πρώτο εργατικό κράτος και τις σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής, που τότε θεμελιώνονταν, και όλα όσα αυτές είχαν προσφέρει στην ανάπτυξη της σοσιαλιστικής παραγωγής με στόχο την κοινωνική ευημερία. Η συμβολή των σοσιαλιστικών σχέσεων στην εκτίναξη των παραγωγικών δυνάμεων καθρεφτίστηκε και στην πολεμική ικανότητα του Κόκκινου Στρατού.

Δίκαιος ήταν ο πόλεμος και από την πλευρά εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, που είχαν αιμοδότη και καθοδηγητή τα Κομμουνιστικά Κόμματα. Ο αγώνας τους ήταν αναγκαίος για την υπεράσπιση των εργατικών-λαϊκών συμφερόντων σε περίοδο ιμπεριαλιστικού πολέμου και παράλληλα αποτέλεσε σχολείο, στο οποίο οι εργατικές-λαϊκές μάζες έμαθαν να οργανώνονται και να παλεύουν με το όπλο στο χέρι. Ακόμα, ήταν αγώνας διεθνιστικά αναγκαίος για την ενίσχυση της πάλης του σοβιετικού λαού και του Κόκκινου Στρατού.

Ωστόσο, τα προηγούμενα δεν άλλαζαν τον χαρακτήρα του πολέμου στο σύνολό του. Τα καπιταλιστικά κράτη που πολεμούσαν τον Άξονα συνέχισαν να διεξάγουν έναν άδικο πόλεμο για λογαριασμό των δυνάμεων της ταξικής εκμετάλλευσης. Εξάλλου, στη διάρκεια του πολέμου δεν εγκατέλειψαν την επιδίωξη αμοιβαίας εξασθένισης της Γερμανίας και της ΕΣΣΔ και να δημιουργούν θύλακες μεταπολεμικής υπονόμευσης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Άλλωστε, για μεγάλο διάστημα απέφυγαν να ανοίξουν δεύτερο μέτωπο στην Ευρώπη, όπως ζητούσε επίμονα η σοβιετική ηγεσία. Ουσιαστικά, ΗΠΑ και Μ. Βρετανία επιθυμούσαν να στηρίξουν υλικά την ΕΣΣΔ έτσι ώστε να φθείρει τις δυνάμεις του Άξονα.

Φυσικά, η ΕΣΣΔ επωφελούνταν από την αντιπαράθεση του Άξονα με άλλα καπιταλιστικά κράτη. Όχι κυρίως επειδή έλαβε καθοριστική υλική ενίσχυση, απαραίτητη για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του πολέμου, αλλά γιατί οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις ευνοούσαν και σοβιετικές στοχεύσεις. Για παράδειγμα, η σύγκρουση ΗΠΑ-Ιαπωνίας για τον έλεγχο του Ειρηνικού απέτρεψε την τελευταία από την επίθεση στα σοβιετικά ανατολικά σύνορα και αυτό επέτρεψε τη μεταφορά κρίσιμων δυνάμεων του Κόκκινου Στρατού στο ευρωπαϊκό ανατολικό μέτωπο.

Όμως, οι ανάγκες και οι προτεραιότητες στην εξωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ, καθώς και η αναγκαία συμμετοχή των κομμουνιστών στην εθνικοαπελευθερωτική πάλη στη χώρα τους δε δικαιολογούσαν την απεμπόληση του στόχου ανατροπής της καπιταλιστικής εξουσίας εκ μέρους των ΚΚ. Ούτε η αναγκαία πάλη εναντίον των Αρχών κατοχής και των συνεργατών τους, ούτε ορισμένη συνύπαρξη σε αυτήν κομμουνιστών και αστικών δυνάμεων ακύρωνε την ταξική πάλη στις κατεχόμενες χώρες. Αντίθετα, σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στην Ελλάδα, η μαζική συμμετοχή της εργατικής τάξης και των συμμάχων της στην εθνικοαπελευθερωτική πάλη σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη απαξίωση των αστικών δυνάμεων δημιούργησαν συνθήκες επαναστατικής κατάστασης και διεκδίκησης της επαναστατικής εργατικής εξουσίας την περίοδο ήττας των δυνάμεων του Άξονα.

Γενικότερα, σε όλες τις χώρες οι αντιφασιστικές αστικές πολιτικές δυνάμεις ήταν αποδυναμωμένες, γιατί είτε απείχαν από την αντίσταση είτε οργάνωσαν ολιγομελείς αντιστασιακές ομάδες, που επανδρώνονταν από πρώην στελέχη του στρατού και άλλων κρατικών κατασταλτικών μηχανισμών και αποσκοπούσαν στη συγκέντρωση πληροφοριών και στη διεξαγωγή σαμποτάζ. Εχθρεύονταν τη μαζική στράτευση των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων, ακριβώς επειδή θα μπορούσε να στραφεί μελλοντικά εναντίον της εγχώριας καπιταλιστικής εξουσίας. Μόνο έπειτα από την ανάπτυξη των παρτιζάνικων στρατών, που καθοδηγούνταν από τα Κομμουνιστικά Κόμματα, προτάχτηκε ως αντίπαλο δέος η σχετική διεύρυνση των αστικών οργανώσεων. Επιπρόσθετα, αντιφασιστικές αστικές οργανώσεις δε δίστασαν να συνεργαστούν με αστικές δυνάμεις που συνεργάστηκαν με τον Άξονα σε μια σειρά χώρες (Γιουγκοσλαβία, Ελλάδα, Αλβανία), όταν η κλιμάκωση της κομμουνιστικής αντίστασης και η επικείμενη ήττα των κατοχικών δυνάμεων έθεσαν σε κίνδυνο το μέλλον της καπιταλιστικής εξουσίας.

Τα προηγούμενα αποδεικνύουν πως οι αστικές δυνάμεις που αντιτάχτηκαν στον ναζισμό έδρασαν με γνώμονα όχι μόνο τα άμεσα, αλλά και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά τους. Το δυστύχημα είναι ότι δεν έπραξαν το ίδιο και τα ΚΚ σε μια περίοδο που εκ των πραγμάτων οξυνόταν η ταξική πάλη με στόχο το «ποιος-ποιον».

Στροφή στην έκβαση του πολέμου

Όταν οι νίκες του Κόκκινου Στρατού και των παρτιζάνικων στρατών μετέστρεψαν τον συσχετισμό δυνάμεων στα πεδία των μαχών και αποσταθεροποίησαν τις κατοχικές διοικήσεις, άλλαξε και η στάση των αστικών δυνάμεων. Η απόβαση των αμερικανοβρετανικών δυνάμεων στη Σικελία πραγματοποιήθηκε μετά από τη νίκη του Κόκκινου Στρατού στο Στάλινγκραντ (Φλεβάρης 1943), που αποτέλεσε τη μεγάλη στροφή στην έκβαση του ιμπεριαλιστικού πολέμου, και ενώ είχε ξεκινήσει η μάχη του Κουρσκ (Ιούλης 1943).

Ακολούθησε η μεταστροφή αστικών δυνάμεων στην Ιταλία, η καθαίρεση του Μουσολίνι από το Ανώτατο Φασιστικό Συμβούλιο, ο διορισμός του στρατάρχη Μπαντόλιο από τον Ιταλό βασιλιά και τελικά η συνθηκολόγηση της Ιταλίας, που προκάλεσε τη γερμανική επέμβαση στη Βόρεια Ιταλία. Όμως, πλέον ήταν φανερό ότι η πλάστιγγα του πολέμου έγερνε οριστικά σε βάρος του Άξονα.

Έτσι, όλοι προσανατόλισαν τη δράση τους με το βλέμμα στραμμένο στον μεταπολεμικό συσχετισμό. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, το σκεπτικό και η γραμμή της απόφασης αυτοδιάλυσης της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Μάρτης 1943) δεν προωθούσε την εργατική-λαϊκή πάλη κατά του φασισμού σε σύνδεση με τον αγώνα ενάντια στην καπιταλιστική εξουσία που τον γέννησε. Δεν κατηύθυνε τα ΚΚ να προετοιμάσουν την αντεπίθεσή τους σε συνθήκες κρίσης της καπιταλιστικής εξουσίας με τη φασιστική ή άλλη πολιτική μορφή και ενώ αυξανόταν η επιρροή τους, λόγω της πρωτοπόρας πάλης και των θυσιών τους, καθώς και το κύρος της ΕΣΣΔ. Συνεπώς, δεν έγινε εφικτό στις συνθήκες επαναστατικής κατάστασης που διαμόρφωσε ο πόλεμος να σπάσουν και άλλοι κρίκοι στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα.

Βέβαια, στο πλαίσιο της αντιχιτλερικής συμμαχίας η ΕΣΣΔ επιχείρησε να προωθήσει αποφάσεις ευνοϊκές για την ίδια και τους κομμουνιστές, κυρίως όμορων χωρών. Όμως, η κατάληξη της διελκυστίνδας των αντιθέσεών της με αντίρροπους σχεδιασμούς των καπιταλιστικών κρατών εξαρτιόταν και από την πρόοδο των πολεμικών επιχειρήσεων και τον ταξικό συσχετισμό δυνάμεων στο εσωτερικό των κατεχόμενων χωρών.

Στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων, η ΕΣΣΔ προσπάθησε να εξασφαλίσει όρους αποτροπής νέας ιμπεριαλιστικής επέμβασης εναντίον της. Επιδίωξε να εξασφαλίσει έναν φιλικό περίγυρο προκειμένου τα γειτονικά της κράτη να μη μετατραπούν σε αντισοβιετικό ορμητήριο. Η απελευθέρωσή τους από τις δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού, με τη μεγαλύτερη ή μικρότερη συμβολή των εγχώριων Κομμουνιστικών Κομμάτων, βοηθούσε στη συγκρότηση ευνοϊκά διακείμενων μεταπολεμικών κυβερνήσεων. Εξάλλου, η παρουσία του Κόκκινου Στρατού αποτελούσε ισχυρό παράγοντα ενίσχυσης του εγχώριου εργατικού-λαϊκού κινήματος, καθώς χτυπήθηκαν οι πρώην συνεργάτες των ναζί, τους αφαιρέθηκαν οι περιουσίες, εκδιώχτηκαν από τον κρατικό μηχανισμό.

Όμως, τα προηγούμενα συνδυάζονταν με τη συνύπαρξη στις μεταπολεμικές κυβερνήσεις των κομμουνιστών με τους σοσιαλδημοκράτες και άλλες αντιφασιστικές αστικές δυνάμεις, γεγονός που απέτρεπε να θιγούν οι υλικές βάσεις της καπιταλιστικής εξουσίας, η ατομική ιδιοκτησία μέσων παραγωγής. Το γεγονός αυτό είχε ιδιαίτερα αρνητικό αντίκτυπο στην εξέλιξη της ταξικής πάλης σε αυτές τις χώρες και στη σχέση τους με την ΕΣΣΔ.

Τα καπιταλιστικά κράτη της αντιχιτλερικής συμμαχίας προσπαθούσαν επίσης να εκμεταλλευτούν τον ρόλο των στρατών τους στην απελευθέρωση άλλων χωρών προκειμένου να σταθεροποιήσουν την καπιταλιστική εξουσία. Στις προθέσεις τους διευκολύνθηκαν από τη στρατηγική των Κομμουνιστικών Κομμάτων, αφού αυτά συμμετείχαν στις μεταπολεμικές κυβερνήσεις εθνικής ενότητας, θεωρώντας ότι πρόσφεραν δυνατότητες ειρηνικής μετάβασης στον σοσιαλισμό. Στην πράξη, οι κομμουνιστές παρέμειναν στην κυβέρνηση λόγω του αυξημένου κύρους που διέθεταν στις εργατικές-λαϊκές μάζες για όσο διάστημα δεν είχε σταθεροποιηθεί η κάθε καπιταλιστική εξουσία. Εκδιώχτηκαν, όταν οι αστικές δυνάμεις προσπέρασαν τον σκόπελο των τρανταγμών του ιμπεριαλιστικού πολέμου.

Το επιχείρημα πως ήταν αδύνατη μια διαφορετική στάση των ΚΚ, αφού ο συσχετισμός δυνάμεων ήταν προκαθορισμένος σε κάθε χώρα και βάραιναν οι δυνάμεις των ΗΠΑ και της Μ. Βρετανίας, είναι ηττοπαθές. Δεν υπολογίζει τη δύναμη της ταξικής πάλης και της συντονισμένης επαναστατικής δράσης των Κομμουνιστικών Κομμάτων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Εξίσου έωλο είναι το επιχείρημα ότι η συμμετοχή των Κομμουνιστικών Κομμάτων στις κυβερνήσεις απέτρεπε την ιμπεριαλιστική επιθετικότητα εναντίον της ΕΣΣΔ. Όχι μόνο γιατί τα Κομμουνιστικά Κόμματα αδυνατούσαν να επιδράσουν στην εξωτερική πολιτική των καπιταλιστικών κρατών, αλλά κυρίως γιατί η ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας σε περισσότερες χώρες ήταν αυτή που θα μπορούσε να ενισχύσει καθοριστικά την ΕΣΣΔ στην αντιπαράθεσή της με τον διεθνή ιμπεριαλισμό. Αυτό αποδεικνύει και η εξέλιξη της επανάστασης στην Κίνα, που, ανατρέποντας την καπιταλιστική εξουσία, διαμόρφωσε καλύτερες συνθήκες για τα ανατολικά σοβιετικά σύνορα.

Σύνοψη συμπερασμάτων

Η επίμονη εξέταση της ιστορικής πορείας του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος δε στοχεύει να εκμεταλλευτεί την πολυτέλεια της ιστορικής απόστασης και της γνώσης της ιστορικής συνέχειας προκειμένου να στιγματίσει παλιότερες αδυναμίες ή άστοχες επιλογές του. Αντίθετα, εκκινεί από την ανάγκη η ακριβοπληρωμένη σε θυσίες και αίμα πείρα του να τροφοδοτήσει συμπεράσματα χρήσιμα στους σημερινούς ταξικούς αγώνες, σε καιρό που πυκνώνουν τα σύννεφα των ιμπεριαλιστικών πολέμων. Με αυτόν τον προσανατολισμό καταγράφονται συνοπτικά και τα εξής:

  1. Ολόκληρη η ιστορία του 20ού αιώνα και η περίοδος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου αναδεικνύει τη στενή σύνδεση ιμπεριαλιστικού πολέμου-σοσιαλιστικής επανάστασης. Οι γιγαντιαίοι τρανταγμοί που επιφέρει ο πόλεμος στη σταθερότητα της καπιταλιστικής εξουσίας δημιουργούν τις αντικειμενικές προϋποθέσεις της ανατροπής της, τον αναδεικνύουν σε μεγάλο σκηνοθέτη της Σοσιαλιστικής Επανάστασης, με την προϋπόθεση η δράση των Κομμουνιστικών Κομμάτων να προσανατολίζεται από μια επαναστατική στρατηγική. Ακριβώς γι’ αυτό κομβικό ζήτημα για ένα Κομμουνιστικό Κόμμα σε συνθήκες ιμπεριαλιστικού πολέμου είναι η πάλη του να στοχεύει στη σχεδιασμένη, οργανωμένη και συνειδητή πάλη για την κατάκτηση της εξουσίας.
  2. Η στάση του κόμματος της εργατικής τάξης απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο δεν κρίνει μόνο την επιτυχία ή την αποτυχία της Σοσιαλιστικής Επανάστασης, με δεδομένο ότι δεν είναι απαραίτητο να διαμορφώνονται από την αρχή και σε όλες τις χώρες συνθήκες επαναστατικής κατάστασης. Κυρίως, καθορίζει το μέλλον του ίδιου και της ταξικής πάλης σε διεθνές επίπεδο. Επομένως, και η στάση των Κομμουνιστικών Κομμάτων σε έναν μελλοντικό γενικευμένο ιμπεριαλιστικό πόλεμο είτε θα οδηγήσει στην αποφασιστική ανασύνταξη του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος είτε θα εντείνει την κρίση του.
  3. Τα Κομμουνιστικά Κόμματα, παρά την ηρωική τους πάλη στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, δεν μπόρεσαν να διαμορφώσουν επαναστατική στρατηγική εξόδου από αυτόν. Η συμμετοχή τους με σοσιαλδημοκρατικές και άλλες αστικές δυνάμεις στο πλαίσιο των αντιφασιστικών μετώπων και των μεταπολεμικών κυβερνήσεων αποτέλεσε ανασταλτικό παράγοντα, όπως και η ιδεολογικοποίηση της συμμαχίας της ΕΣΣΔ με καπιταλιστικά κράτη, όχι μόνο για τη στρατιωτική αντιμετώπιση του Άξονα, αλλά και για τον καθορισμό της μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων. Αυτό απέτρεψε την εκδήλωση και νίκη Σοσιαλιστικών Επαναστάσεων σε συνθήκες κλονισμού της καπιταλιστικής εξουσίας. Ταυτόχρονα, επέδρασε στη συνολικότερη απομάκρυνση των Κομμουνιστικών Κομμάτων των καπιταλιστικών κρατών από την επαναστατική στρατηγική.
  4. Τα Κομμουνιστικά Κόμματα μπορούν να εκμεταλλευτούν τον ζωτικό χώρο που δημιουργούν οι ενδοαστικές και ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις για να αναπτύξουν τη δράση τους μόνο όταν έχουν ξεκάθαρη την κοινή, αντεργατική-αντιλαϊκή ταυτότητα του συνόλου των αστικών μερίδων και των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών και δεν αποσπώνται από τον στόχο της επαναστατικής κατάλυσης της καπιταλιστικής εξουσίας. Διαφορετικά, ανακυκλώνουν και ανατροφοδοτούν τη διαίρεση της εργατικής τάξης και των συμμάχων της στα αντίπαλα αστικά και ιμπεριαλιστικά στρατόπεδα.