Οι διαδικασίες αποκομμουνιστικοποίησης και η απαγόρευση Κομμουνιστικών Κομμάτων και συνδικάτων στο Καζακστάν και στην Κεντρική Ασία


Σοσιαλιστικό Κίνημα Καζακστάν

Σε αυτό το άρθρο επισημαίνουμε ότι οι διαδικασίες αποκομμουνιστικοποίησης, η απαγόρευση Κομμουνιστικών Κομμάτων, η διάλυση συνδικάτων και η απαγόρευση των απεργιών και των συγκεντρώσεων συνδέονται στενά μεταξύ τους και αποτελούν ενιαία πολιτική της άρχουσας τάξης στο πλαίσιο της στρατηγικής διατήρησης της εξουσίας, ενίσχυσης και εμβάθυνσης της ανάπτυξης του καπιταλιστικού συστήματος στην Κεντρική Ασία. Ταυτόχρονα, η ηρωοποίηση των Μπασμάκων[1], των αστών εθνικιστών και των μελών των δωσίλογων σχηματισμών που πολέμησαν στο πλευρό του Χίτλερ είναι επίσης η άλλη πλευρά του νομίσματος αυτής της δραστηριότητας για την υποδούλωση των εργαζόμενων και τη στέρησή τους από τα εναπομείναντα δικαιώματά τους.

Ο αντικομμουνισμός των πρώην ηγετών των σοβιετικών Κομμουνιστικών Κομμάτων

Σε προηγούμενα άρθρα μας αναφέραμε ότι η παλινόρθωση του καπιταλισμού στις Σοβιετικές Δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας έγινε υπό την ηγεσία των Α΄ Γραμματέων των Κομμουνιστικών Κομμάτων. Η Κιργιζία και το Τατζικιστάν μπορεί να αποτελούν εξαιρέσεις, αλλά ακόμη και εκεί τα πρόσωπα που έγιναν πρόεδροι είχαν πρότερο παρελθόν σχετικά με το Κόμμα ή την Κομσομόλ ή επίσης στηρίζονταν σε πρώην επικεφαλής Κομματικών Οργανώσεων σε τοπικό επίπεδο.

Ως αποτέλεσμα, εκπρόσωποι της ηγεσίας των Κομμουνιστικών Κομμάτων άρχισαν να διαλύουν τις Κομματικές Οργανώσεις στις Δημοκρατίες μετά από την απαγόρευση του ΚΚΣΕ τον Αύγουστο του 1991, ακόμη και πριν την επίσημη διάλυση της ΕΣΣΔ, αλλάζοντας πλήρως τη ρητορική τους σε αντισοβιετική και αντικομμουνιστική.

Πρέπει να πούμε ότι αυτό ήταν το αποτέλεσμα της μακρόχρονης υπονόμευσης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, της συστηματικής παραβίασης των νομοτελειών της κομμουνιστικής θεωρίας, της αποδυνάμωσης της δράσης των Σοβιέτ, της δημιουργίας του σκιώδους κεφαλαίου, που όλα μαζί ως σύνολο οδήγησαν στη νίκη της αντεπανάστασης. Και το 1991 αποτέλεσε απλώς το έτος της λογικής ολοκλήρωσης όλων αυτών των διαδικασιών εσωτερικής καταστροφής.

Η μετατροπή της αντικομμουνιστικής και αντισοβιετικής προπαγάνδας σε κρατική πολιτική στις μετασοβιετικές Δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας ήταν ένα απαραίτητο στάδιο για την αναδιανομή της κοινωνικής ιδιοκτησίας και τη δημιουργία μιας τάξης καπιταλιστών από τους εκπροσώπους της κομματικής νομενκλατούρας και των συγγενών τους, καθώς και μιας νέας γενιάς επιχειρηματιών, που αναδύθηκαν με την ανάπτυξη των συνεταιρισμών, των μικρών επιχειρήσεων και των ιδιωτικών μορφών ιδιοκτησίας μετά από τη μεταρρύθμιση του 1989.

Αυτό το φαινόμενο απαιτεί ξεχωριστή ανάλυση, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τους εσωτερικούς παράγοντες όσο και την εξωτερική επιρροή. Η απότομη μεταστροφή, κυριολεκτικά μέσα σε λίγους μήνες, το 1991 του Νουρσουλτάν Ναζαρμπάγιεφ Α΄ Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος του Καζακστάν, καθώς και του Ισλάμ Καρίμοφ Α΄ Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Ουζμπεκιστάν, του Σαπαρμουράτ Νιγιάζοφ Α΄ Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Τουρκμενιστάν και του Ασκάρ Ακάγιεφ μέλους της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Κιργιζίας περιγράφει μια ταχεία και, φαινομενικά, ριζική αλλαγή της ιδεολογικής θέσης, αλλά πίσω από αυτήν την ταχύτητα κρύβονται πιο σύνθετες διαδικασίες. Η γρήγορη καταδίκη του «ολοκληρωτικού παρελθόντος» από αυτούς τους ηγέτες δεν ήταν αυθόρμητη. Αντίθετα, ήταν μια προσεκτικά σχεδιασμένη στρατηγική, που υπαγορεύτηκε από διάφορους παράγοντες.

Πρώτον, ήταν η πρόθεση νομιμοποίησης της νέας εξουσίας στο πλαίσιο της καταστροφής της ΕΣΣΔ. Τα «δημοκρατικά» ιδανικά, σε αντιπαράθεση με τον «ολοκληρωτισμό», θεωρήθηκαν απαραίτητο εργαλείο για το κέρδισμα της εμπιστοσύνης των ΗΠΑ και των ευρωπαϊκών χωρών και την προσέλκυση οικονομικής βοήθειας από τη Δύση, που ήταν εξαιρετικά απαραίτητη για τη μετάβαση στην οικονομία της αγοράς. Η καταδίκη του κομμουνισμού έγινε μια ιδιόμορφη «τελετουργία κάθαρσης», που επέτρεψε την αποστασιοποίηση από το παρελθόν και τη διεκδίκηση μιας νέας πολιτικής ταυτότητας.

Δεύτερον, η αντικομμουνιστική ρητορική χρησίμευσε ως εργαλείο για την καταστολή της πολιτικής αντιπολίτευσης. Τα Κομμουνιστικά Κόμματα που ιδρύθηκαν μετά από το 1991 ή απέμειναν μετά από την απαγόρευση του ΚΚΣΕ και τα οποία είχαν σημαντικό κύρος και επιρροή δέχτηκαν πλήγμα. Η ανακήρυξη του κομμουνισμού ως «πηγής κάθε κακού» διευκόλυνε την απαξίωση οποιωνδήποτε δυνάμεων της αντιπολίτευσης που συνδέονταν με αυτό το παρελθόν, ανεξάρτητα από τα πραγματικά πολιτικά τους προγράμματα. Ήταν ένας αποτελεσματικός τρόπος διατήρησης της εξουσίας και ενίσχυσης του νέου πολιτικού καθεστώτος, που οικοδομήθηκε πάνω στις αρχές του αυταρχισμού, συχνά συγκαλυμμένου με ένα δημοκρατικό περίβλημα.

Τρίτον, ρόλο έπαιξαν και οι εξωτερικοί παράγοντες. Οι δυτικές χώρες, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, υποστήριξαν ενεργά τη διαδικασία αποκομμουνιστικοποίησης στον μετασοβιετικό χώρο. Αυτό εκφράστηκε στην οικονομική βοήθεια, στην παροχή συμβουλευτικής υποστήριξης και προπαγανδιστικής δραστηριότητας. Τα δυτικά μέσα ενημέρωσης και οι δεξαμενές σκέψης διαμόρφωσαν ενεργά μια εικόνα του κομμουνισμού σαν πηγής κακού και ανελευθερίας, υποστηρίζοντας έτσι ανάλογες διαθέσεις στο εσωτερικό των μετασοβιετικών Δημοκρατιών. Η επίδραση αυτής της εξωτερικής προπαγάνδας δεν μπορεί να υποτιμάται, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη την έλλειψη ανεξάρτητων δημοσιεύσεων και την αδυναμία των κοινωνικών οργανώσεων και των μαζικών κινημάτων βάσης στην πλειοψηφία των νεοσύστατων κρατών. Τέταρτον, η καταδίκη του μαρξισμού-λενινισμού και της πρακτικής της σοσιαλιστικής οικοδόμησης επέτρεψαν στις πρώην κομματικές ελίτ να ξεκινήσουν ενεργά τη διαδικασία μαζικής ιδιωτικοποίησης και καταστροφής της σχεδιοποιημένης οικονομίας υπέρ των συμφερόντων της αναδυόμενης τάξης των καπιταλιστών.

Έτσι, στο Έκτακτο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Καζακστάν τον Σεπτέμβρη του 1991, ο Ναζαρμπάγιεφ δήλωσε ότι «η κομμουνιστική ιδεολογία αποδείχτηκε ατυχία για τα εκατομμύρια των Σοβιετικών». «Χτισμένη σε ψευδή αξιώματα, αντικειμενικά, δεν μπορούσε να νικήσει στην ιστορική διαμάχη με το άλλο σύστημα κοινωνικής ανάπτυξης, που απέδειξε πειστικά τη βιωσιμότητά του σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς ότι αυτή η ιδεολογία έχει απαξιώσει τον εαυτό της», υποστήριξε.

Είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι η αντικομμουνιστική εκστρατεία δεν ήταν πάντα ομοιογενής. Χρησιμοποιήθηκε συχνά για την επίλυση εσωτερικών πολιτικών ζητημάτων, λαμβάνοντας μερικές φορές ξενοφοβική ή εθνικιστική χροιά. Σε ορισμένες Δημοκρατίες, η καταπολέμηση του «κομμουνιστικού παρελθόντος» χρησίμευσε επίσης ως εργαλείο ταπείνωσης και καταστολής του ρωσόφωνου και ρωσικού πληθυσμού, ο οποίος συνδεόταν συχνά με τη σοβιετική εξουσία, καθώς και για την υποκίνηση διεθνικών συγκρούσεων.

Αυτό επίσης γινόταν με στόχο την κατάληψη των διαμερισμάτων και της περιουσίας των εθνοτικών μειονοτήτων, που ουσιαστικά αναγκάστηκαν να φύγουν για τη Ρωσία στις αρχές της δεκαετίας του 1990, γεγονός που έδωσε στους κυβερνώντες την ευκαιρία –για λαϊκίστικους λόγους– να αναδιανείμουν το υπόλοιπο στεγαστικό απόθεμα προς όφελος των κατοίκων της περιοχής και των μεταναστών από τις αγροτικές περιοχές, ώστε να εκτονωθεί η κοινωνική δυσαρέσκεια.

Επιπλέον, όλη η ευθύνη για τη μυθική «γενοκτονία», την καταστολή και το «Γολοντομόρ» κατά την περίοδο της κολεκτιβοποίησης και της εκβιομηχάνισης στη δεκαετία του 1930 ρίχτηκε στους Ρώσους κομμουνιστές και στους απογόνους τους και άρθηκε αυτόματα από τα στελέχη των εθνικών κομμάτων, τα οποία παρουσιάζονταν ως «θύματα» ή εκτελεστές της σοβινιστικής πολιτικής της Μόσχας στη διάρκεια των εβδομήντα χρόνων της σοβιετικής εξουσίας.

Η κριτική του σοβιετικού παρελθόντος από τους ηγέτες των μετασοβιετικών κρατών, ιδιαίτερα από τον Εμομαλί Ραχμόν (Τατζικιστάν), τον Νουρσουλτάν Ναζαρμπάγιεφ (Καζακστάν) και τον Ασκάρ Ακάγιεφ (Κιργιζία), αποτελεί μια ενδιαφέρουσα μεταμόρφωση. Οι δηλώσεις τους εξυπηρετούσαν τους σκοπούς της πολιτικής σκοπιμότητας και τη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας στη μετασοβιετική πραγματικότητα. Δηλαδή, τα σοβιετικά έθνη που δημιουργήθηκαν κατά την περίοδο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης κηρύχτηκαν καταπιεσμένα, αφού δήθεν καταστράφηκαν και υποβλήθηκαν σε πολιτική αφομοίωσης από την ηγεσία της ΕΣΣΔ.

Για παράδειγμα, ο Ραχμόν, στις συνεντεύξεις του σε ξένα μέσα ενημέρωσης, έχει επανειλημμένα τονίσει την καταστολή των εθνικών παραδόσεων και εθίμων κατά τη σοβιετική περίοδο. Περιγράφει τη δίωξη όσων ασκούσαν παραδοσιακές πεποιθήσεις και τελετουργίες, παραλείποντας το περιεχόμενο των περίπλοκων σχέσεων μεταξύ της σοβιετικής εξουσίας και των τοπικών παραδόσεων, οι οποίες δεν ήταν πάντα μονοσήμαντα αντικρουόμενες.

Ο Ραχμόν, μιλώντας για απαγορεύσεις, δεν αναφέρει την κρατική στήριξη στον πολιτισμό και τη γλώσσα του Τατζικιστάν σε ορισμένες περιόδους της σοβιετικής εξουσίας, για παράδειγμα, μέσω της δημιουργίας εθνικών θεάτρων, λογοτεχνικών περιοδικών και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στην τατζικική γλώσσα.

Ο Ναζαρμπάγιεφ είναι ακόμη πιο κατηγορηματικός στην εκτίμησή του για την ΕΣΣΔ, αποκαλώντας την «μια ολοκληρωτική, ερμητικά κλειστή χώρα με φυσική οικονομία». Τον ίδιο ρόλο παίζει και ο ισχυρισμός του για την «ισότητα στη φτώχεια», που είναι μια άμεση παραποίηση της Ιστορίας, που δεν αντανακλά την πραγματικότητα της ύπαρξης διαφορετικών στρωμάτων και βιοτικών επιπέδων στο Σοβιετικό Καζακστάν.

Συνολικά, οι δηλώσεις πρώην ηγετών των Κομμουνιστικών Κομμάτων αποτελούν ένα μίγμα απλουστεύσεων και διαστρεβλώσεων με σκοπό τη νομιμοποίηση των υπαρχόντων καθεστώτων, τη διαμόρφωση μιας νέας αστικής εθνικής ταυτότητας και την κινητοποίηση γύρω από τον δικό τους θρόνο. Η ιδεολογική εκστρατεία που ξεκίνησαν συνεχίζεται και σήμερα και έχει ήδη καταγραφεί στα σχολικά και πανεπιστημιακά εγχειρίδια, σε νομοθετικό επίπεδο μέσω της αποκατάστασης όλων όσων διώχτηκαν [Σ.τ.Μ.: τη σοβιετική περίοδο], καθώς και μέσω της επίσημης καταδίκης της σοβιετικής περιόδου.

Η διάλυση των Κομμουνιστικών Κομμάτων

Το αντικομμουνιστικό κύμα, που σάρωσε τον μετασοβιετικό χώρο μετά από τη διάλυση της ΕΣΣΔ, μετατράπηκε σε πραγματικό Γολγοθά για τις κομμουνιστικές δυνάμεις. Διακηρυγμένο ως «ύψιστο αγαθό», το ξερίζωμα του κομμουνισμού οδήγησε σε εκτεταμένες διώξεις, η μορφή και η ένταση των οποίων διέφεραν από Δημοκρατία σε Δημοκρατία και άλλαζαν με την πάροδο του χρόνου.

Σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν ανοιχτή καταστολή και δίωξη, σε άλλες ήταν μια πιο λεπτή πίεση με στόχο την υποταγή των Κομμουνιστικών Κομμάτων στη νέα εξουσία και την ενσωμάτωσή τους σε ένα βολικό γι’ αυτήν πολιτικό σύστημα. Αυτή η πολύπλοκη και πολύπλευρη διαδικασία αξίζει μια ξεχωριστή λεπτομερή ανάλυση για καθεμιά από τις πέντε Δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας.

Ας δούμε, για παράδειγμα, το Τουρκμενιστάν. Στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1990, οι προσπάθειες νόμιμης καταγραφής[2] της οργανωτικής επιτροπής για την αποκατάσταση του Κομμουνιστικού Κόμματος Τουρκμενιστάν (ΚΚ Τουρκμενιστάν) αποτύγχαναν πάντα με διάφορα προσχήματα. Αυτό δείχνει την εσκεμμένη πολιτική των Αρχών να καταστείλουν κάθε εκδήλωση των αριστερών ιδεών. Το παράδοξο της κατάστασης ήταν ότι, παρά την απόρριψη καταγραφής, το 1998 οι Αρχές έκαναν τα στραβά μάτια στη διεξαγωγή του ιδρυτικού συνεδρίου του ΚΚ Τουρκμενιστάν. Αυτή η προσωρινή περίοδος σχετικής ελευθερίας δράσης για τους κομμουνιστές ήταν πιθανότατα ένας τακτικός ελιγμός με στόχο τη μείωση των κοινωνικών εντάσεων και τη δημιουργία της ψευδαίσθησης του πολιτικού πλουραλισμού. Ωστόσο, αυτή η ψευδαίσθηση ήταν βραχύβια.

Στα τέλη του 2002, άρχισε καταστολή μεγάλης κλίμακας, που δεν έπληξε μόνο τους κομμουνιστές, αλλά και ολόκληρη την αντιπολίτευση. Με πρόσχημα την οργάνωση μιας απόπειρας δολοφονίας κατά του προέδρου Σαπαρμουράτ Νιγιαζόφ, που είχε εγκαθιδρύσει ένα σκληρό αυταρχικό καθεστώς στη χώρα, δεκάδες άνθρωποι συνελήφθησαν και ρίχτηκαν στη φυλακή. Ανάμεσά τους ήταν και το ηγετικό στέλεχος του ΚΚ Τουρκμενιστάν, πρώην επικεφαλής της Κρατικής Επιτροπής της Τουρκμενικής ΣΣΔ για την τηλεόραση και το ραδιόφωνο, Σερντάρ Ραχίμοφ. Η τύχη του Ραχίμοφ και πολλών άλλων συλληφθέντων παραμένει άγνωστη μέχρι σήμερα, κάτι που είναι χαρακτηριστικό πολλών παρόμοιων διώξεων στα αυταρχικά καθεστώτα. Αυτή η έλλειψη διαφάνειας και πληροφόρησης ενισχύει το αίσθημα ατιμωρησίας και ανεκτικότητας από την πλευρά των Αρχών. Οι κομμουνιστές του Τουρκμενιστάν μέχρι και σήμερα αναγκάζονται να δρουν στην παρανομία, παρά το τυπικό τέλος του μονοκομματικού καθεστώτος το 2012 και την καταγραφή σειράς άλλων κομμάτων. Ωστόσο, αυτά τα νέα κόμματα ελέγχονται, κατά κανόνα, από τις Αρχές και δεν αποτελούν μια πραγματική αντιπολίτευση. Οι προσπάθειες αναγέννησης του ΚΚ Τουρκμενιστάν καταστέλλονται ανελλιπώς, γεγονός που δείχνει ότι το κυβερνών καθεστώς εξακολουθεί να έχει έναν βαθιά ριζωμένο φόβο για τις σοσιαλιστικές ιδέες.

Η κατάσταση στο Ουζμπεκιστάν εξελίχτηκε με παρόμοιο τρόπο. Η προσπάθεια καταγραφής του Κομμουνιστικού Κόμματος Ουζμπεκιστάν το 1992 καταπνίγηκε επίσης αποφασιστικά. Τα στελέχη διώχτηκαν και αναγκάστηκαν να περάσουν στην παρανομία. Και τα πέντε επίσημα καταγεγραμμένα κόμματα στο Ουζμπεκιστάν είναι πιστά στην εξουσία και δεν παρουσιάζουν κανένα σημάδι αντιπολιτευτικής δράσης. Στην πραγματικότητα, χρησιμεύουν ως σκηνικό για τη μίμηση ύπαρξης «δημοκρατίας», συγκαλύπτοντας τα αστικά καθεστώτα, που περιορίζουν σημαντικά την πολιτική και συνδικαλιστική δράση. Αυτή η «βιτρίνα» πολυκομματικού συστήματος είναι χαρακτηριστικό πολλών μετασοβιετικών κρατών, που επιδιώκουν να δημιουργήσουν μια επίφαση δημοκρατίας χωρίς να αλλάζουν την αυταρχική ουσία του καθεστώτος.

Στο Καζακστάν, όπως και στις άλλες Δημοκρατίες, οι προσπάθειες επανίδρυσης του Κομμουνιστικού Κόμματος συνάντησαν πολλά εμπόδια. Στο έκτακτο «διαλυτικό» συνέδριο τον Οκτώβρη του 1991, ο Ναζαρμπάγιεφ ανακοίνωσε τη διάλυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Καζακστάν και τη δημιουργία του νέου Σοσιαλιστικού Κόμματος του Καζακστάν. Αλλά το ένα τρίτο των αντιπροσώπων δε συμφώνησε με αυτήν την απόφαση και ήδη τον Δεκέμβρη του 1991 το 19ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Καζακστάν (ΚΚΚ) κήρυξε την αναγέννηση του Κόμματος και την πίστη στη μαρξιστική-λενινιστική ιδεολογία.

Ωστόσο, η καταγραφή του ΚΚΚ καθυστερούσε εσκεμμένα, πράγμα που αποτελούσε σαφή εκδήλωση πολιτικής πίεσης από τις Αρχές. Μόλις το 1994 το κόμμα έλαβε τελικά και την τυπική νομιμοποίηση. Αυτό επέτρεψε στο ΚΚΚ να πάρει τη θέση της ηγετικής δύναμης της αντιπολίτευσης, κάτι που επιβεβαιώθηκε από τα αποτελέσματα των κοινοβουλευτικών εκλογών του 1999, όπου έλαβε περίπου το 18% των ψήφων. Αυτή η επιτυχία, ωστόσο, αποδείχτηκε βραχύβια.

Η επιρροή του ΚΚΚ στην πολιτική αρένα του Καζακστάν μειωνόταν σταδιακά, επειδή δεν είχε και δεν προσπαθούσε να αποκαταστήσει δεσμούς με το εργατικό κίνημα και η δράση του περιοριζόταν στο κοινοβούλιο. Μια δραστήρια εκστρατεία δυσφήμισης από τα κρατικά ΜΜΕ έπαιξε σημαντικό ρόλο. Η κριτική αφορούσε τόσο το πολιτικό πρόγραμμα του ΚΚΚ όσο και ξεχωριστά ηγετικά στελέχη του. Η δεξιά πτέρυγα του κόμματος ακολούθησε μια πορεία προς τη σοσιαλδημοκρατία, εγκαταλείποντας τις θεμελιακές αρχές του μαρξισμού-λενινισμού, κάτι που δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει σε σοβαρές αντιφάσεις εντός του κόμματος το 2001 και στον αποκλεισμό εκπροσώπων της αριστερής πτέρυγας.

Σημαντικός παράγοντας ήταν επίσης η υιοθέτηση τακτικών συνεργασίας από το ΚΚΚ με δεξιά-φιλελεύθερα κόμματα και δημιουργίας προεκλογικών και πολιτικών συμμαχιών μαζί τους, που προκάλεσε δυσαρέσκεια στους ριζοσπάστες κομμουνιστές και αποξένωσε ορισμένους πιθανούς υποστηρικτές. Στην αποδυνάμωση της θέσης του ΚΚΚ συνέβαλαν επίσης οι εσωκομματικές συγκρούσεις, η αδυναμία προσαρμογής στις νέες συνθήκες και η ανεπάρκεια οργανωτικότητας.

Το 2004, σημειώθηκε διάσπαση στο εσωτερικό του ΚΚΚ, όχι χωρίς τη συμμετοχή των Αρχών, που οδήγησε στην ίδρυση του Κομμουνιστικού Λαϊκού Κόμματος Καζακστάν (ΚΛΚΚ). Το ΚΛΚΚ πήρε μια πιο μετριοπαθή θέση, εγκαταλείποντας τη σκληρή αντιπαράθεση με την αστική εξουσία. Αυτή η διάσπαση αποδυνάμωσε σημαντικά το ΚΚΚ, στερώντας του μέρος των υποστηρικτών και του οργανωμένου δυναμικού.

Η μοίρα του ΚΚΚ επισφραγίστηκε. Από το 2011, η δράση του κόμματος έχει ανασταλεί επανειλημμένα με διάφορα προσχήματα. Απαγορεύτηκε η έκδοση της κομματικής εφημερίδας Πράβντα Καζαχστάνα[3], κάτι που επέφερε σοβαρό πλήγμα στην ενημερωτική δουλειά του ΚΚΚ και στις σχέσεις του με τους ψηφοφόρους. Αποκορύφωμα ήταν η απόφαση του δικαστηρίου τον Σεπτέμβρη του 2015 για τη διάλυση του ΚΚΚ. Ο επίσημος λόγος ήταν ο υποτιθέμενος ανεπαρκής αριθμός κομματικών μελών (τριάντα οχτώ χιλιάδες αντί των απαιτούμενων σαράντα χιλιάδων).

Η ηγεσία του ΚΚΚ εκτίμησε αυτήν την απόφαση ως καθαρά πολιτικά υποκινούμενη, επισημαίνοντας πολυάριθμες παραβιάσεις στη διαδικασία της διάλυσης. Η απόφαση πυροδότησε διαμαρτυρίες από την αντιπολίτευση και τις οργανώσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων, οι οποίες κατηγόρησαν τις Αρχές για καταστολή της πολιτικής αντιπολίτευσης. Στην πραγματικότητα, αυτή ήταν η εκκαθάριση του τελευταίου κόμματος της αντιπολίτευσης στη χώρα.

Αξιοσημείωτο είναι ότι ούτε η ΕΚΚ-ΚΚΣΕ, ούτε το ΚΚΡΟ έκαναν δηλώσεις καταδίκης αυτής της απόφασης της Αστάνα. Στην εκτεταμένη πληροφόρηση από την ΕΚΚ-ΚΚΣΕ γι’ αυτό το θέμα, προτεινόταν μόνο στα μέλη του ΚΚΚ και του ΚΛΚΚ να τα βρουν, προκειμένου να αποκαταστήσουν μια εφήμερη «ενότητα». Επιπλέον, σε συνομιλίες πίσω από τα παρασκήνια, οι καθοδηγητές του ΚΚΡΟ πρότειναν στον πρώην ηγέτη του ΚΚΚ Σερικμπολσίν Αμπντιλντίν να ενταχτεί απλώς στο νόμιμο ΚΛΚΚ, κάτι που απέρριψε ο ίδιος.

Σε αντίθεση με το ΚΚΚ, το ΚΛΚΚ συνέχισε τη δράση του, ακολουθώντας μια πιο νομοταγή γραμμή απέναντι στην κυβέρνηση. Το 2012 και το 2016, το κόμμα κατέβασε ψηφοδέλτιο με τους υποψήφιούς του για βουλευτές για διάφορες εκλογικές αναμετρήσεις, αν και δε σημείωσε σημαντικά αποτελέσματα. Αυτή η ευνοϊκή θέση εξηγείται από το γεγονός ότι αρχικά δημιουργήθηκε ως ένα τεχνητό κόμμα-κλώνος για να διχάσει τους ψηφοφόρους. Σταδιακά, το ΚΛΚΚ εγκατέλειψε ολοκληρωτικά τα παραδοσιακά κομμουνιστικά σύμβολα και στη συνέχεια και το ίδιο του το όνομα και έγινε απλώς το Λαϊκό Κόμμα.

Το ζήτημα της πραγματικής ελευθερίας των πολιτικών κομμάτων στο Καζακστάν παραμένει ανοιχτό και η ιστορία του ΚΚΚ αποτελεί ζωντανό παράδειγμα των περιορισμών που αντιμετωπίζουν οι δυνάμεις που προσπαθούν να αναγεννήσουν την οργάνωση. Συγκεκριμένα, οι Αρχές αρνήθηκαν εφτά φορές να καταγράψουν το δικό μας κόμμα, το Σοσιαλιστικό Κίνημα του Καζακστάν, και αρνήθηκαν επίσης να εξετάσουν τις αγωγές μας στα δικαστήρια.

Το Κόμμα των Κομμουνιστών Κιργιζίας (ΚΚ Κιργιζίας), που επανιδρύθηκε το 1992, απεικονίζει γλαφυρά αυτήν την περίπλοκη πορεία. Παρά την απροσδόκητη επιτυχία του στις εκλογές του 2000, όπου έλαβε τον μεγαλύτερο αριθμό ψήφων, το ΚΚ Κιργιζίας αντιμετώπιζε συνεχώς μια σοβαρή, αν και όχι πάντα επισημοποιημένη, αντιπαράθεση από τις Αρχές.

Η κατάσταση περιπλεκόταν από την έλλειψη διαφάνειας στις εκλογικές διαδικασίες, την ύπαρξη διοικητικών πόρων και τη γενική ατμόσφαιρα πολιτικής αστάθειας, που χαρακτήριζε την Κιργιζία εκείνη την εποχή. Επιπλέον, η ηγεσία του κόμματος, αντί να δουλεύει με τα συνδικάτα και τα μαζικά λαϊκά κινήματα, που εξέφραζαν τη δυσαρέσκεια για τους αγοραίους καπιταλιστικούς μετασχηματισμούς και τις αντικοινωνικές μεταρρυθμίσεις, ασχολήθηκε μόνο με βολικές κοινοβουλευτικές δραστηριότητες και έτσι ενσωματώθηκε στο πολιτικό σύστημα ως εποικοδομητική δύναμη.

Ως αποτέλεσμα, κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος του 2010, η ηγεσία του κόμματος υποστήριξε στην πράξη τον πρόεδρο Μπακίγιεφ, που είχε ανατραπεί ως αποτέλεσμα των μαζικών διαδηλώσεων λόγω της πολλαπλής αύξησης του κόστους του ηλεκτρικού ρεύματος. Αυτό το φλερτ με μια από τις ομάδες της άρχουσας τάξης έληξε με τη σύλληψη του Προέδρου της ΚΕ του ΚΚ Κιργιζίας I. A. Μασαλίεφ. Αν και ο Μασαλίεφ αφέθηκε ελεύθερος αργότερα, τον Μάρτη του 2011, λόγω έλλειψης στοιχείων, αυτό το γεγονός επέφερε σοβαρό πλήγμα στην εικόνα και την επιρροή του κόμματος. Επιπλέον, η αδυναμία του ΚΚ Κιργιζίας να προσαρμοστεί στη νέα πολιτική πραγματικότητα, να επεξεργαστεί μια ξεκάθαρη και συνεπή στρατηγική ανάπτυξης στις συνθήκες της αυξανόμενης ταξικής πάλης και των κρισιακών φαινομένων του καπιταλιστικού συστήματος, καθώς και οι εσωτερικές διαφωνίες και η επικράτηση των υποστηρικτών του «σοσιαλισμού της αγοράς» οδήγησαν στη σταδιακή απώλεια του πολιτικού βάρους του κόμματος.

Μέχρι σήμερα, το ΚΚ Κιργιζίας παραμένει στο περιθώριο της πολιτικής ζωής της Κιργιζίας, χωρίς να έχει ουσιαστική επιρροή στην πολιτική ζωή της χώρας. Η διφορούμενη θέση του σε βασικά ζητήματα της κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης και η έλλειψη συγκεκριμένων προτάσεων για την επίλυση των επίκαιρων προβλημάτων της χώρας στέρησαν το κόμμα από τη στήριξη σημαντικού μέρους του πληθυσμού. Σε αντίθεση με την Κιργιζία, η μοίρα του Κομμουνιστικού Κόμματος Τατζικιστάν (ΚΚΤ) εξελίχτηκε σύμφωνα με ένα εντελώς διαφορετικό σενάριο. Παρά τις προσπάθειες απαγόρευσής του το φθινόπωρο του 1991, το ΚΚΤ όχι μόνο επέζησε, αλλά έπαιξε επίσης σημαντικό ρόλο στη σταθεροποίηση της κατάστασης στη χώρα κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου. Είναι αξιοσημείωτο ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα Τατζικιστάν πρόβαλε ένοπλη αντίσταση.

Με την ένταξή του στο Λαϊκό Μέτωπο, το ΚΚΤ υποστήριξε ενεργά τον Εμομαλί Ραχμόν, τασσόμενο ανοιχτά ενάντια στη «δημοκρατική-ισλαμική αντιπολίτευση». Αυτή η συνεργασία επέτρεψε στο ΚΚΤ να διατηρήσει την επιρροή και τη νομιμοποίησή του στα μάτια ενός σημαντικού μέρους του πληθυσμού. Ωστόσο, ο σχηματισμός του «Κόμματος Εξουσίας» –του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος του Τατζικιστάν (ΛΔΚΤ)– στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990 οδήγησε σταδιακά στην αποδυνάμωση της θέσης του ΚΚΤ.

Το ΛΔΚΤ, ελέγχοντας τον κρατικό μηχανισμό και έχοντας απεριόριστες δυνατότητες για κινητοποίηση πόρων, απομάκρυνε αποτελεσματικά το ΚΚΤ από τον πολιτικό χώρο. Η κριτική του ΚΚΤ προς την κυβέρνηση για θέματα οικονομικής πολιτικής, διαφθοράς και ανθρώπινων δικαιωμάτων, που εκφράζεται με αρκετά οξυμένο τρόπο, προκάλεσε την έντονη δυσαρέσκεια των Αρχών. Το 2015, το ΚΚΤ απέτυχε να ξεπεράσει το καθορισμένο όριο ποσοστού στις βουλευτικές εκλογές, κάτι που τελικά παγίωσε τη θέση του ως ασήμαντης πολιτικής δύναμης.

Εδώ είναι απαραίτητο να επισημανθεί ότι εντός του ΚΚΤ έλαβε χώρα πραξικόπημα με τη συμμετοχή των Αρχών, όταν το 2016, στο 32ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Τατζικιστάν, δεν επανεξελέγη ο Σόντι Σαμπντόλοφ και μάλιστα κατηγορήθηκε για τεταμένες σχέσεις με την κρατική ηγεσία του Τατζικιστάν και μείωση της επιρροής του κόμματος. Στην πραγματικότητα, ήταν μια συνωμοσία με στόχο την ολοκληρωτική υποταγή του ΚΚΤ στην κυβερνώσα ομάδα με επικεφαλής τον πρόεδρο Ραχμόν.

Μπορεί να υποτεθεί ότι η καταστολή των Κομμουνιστικών Κομμάτων σε αυτές τις χώρες δεν υπαγορεύτηκε μόνο από ιδεολογικούς, αλλά και από γεωπολιτικούς λόγους. Οι δυτικές χώρες, παρέχοντας οικονομική και πολιτική βοήθεια στα νέα ανεξάρτητα κράτη, επέμεναν συχνά στον «εκδημοκρατισμό», κάτι που απέκλειε την αναβίωση των Κομμουνιστικών Κομμάτων, που συνδέονταν με το προηγούμενο καθεστώς.

Έτσι, η δίωξη των κομμουνιστών ήταν μέρος της γενικής στρατηγικής της Δύσης για τη δημιουργία ενός φιλοδυτικού πολιτικού τοπίου στην Κεντρική Ασία. Σε αυτήν τη στρατηγική, ο αγώνας κατά του κομμουνισμού έγινε εργαλείο για την επίτευξη ευρύτερων γεωπολιτικών στόχων. Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση δεν οδήγησε τελικά στην ενίσχυση των κοινοβουλευτικών μορφών της δικτατορίας του κεφαλαίου, αλλά μόνο εδραίωσε τα αστικά καθεστώτα κάτω από μια νέα «δημοκρατική» σημαία.

Δυστυχώς, τα Κομμουνιστικά Κόμματα δεν μπόρεσαν να προωθήσουν ένα επαναστατικό πρόγραμμα πάλης ενάντια στην παλινόρθωση του καπιταλισμού και να ηγηθούν του εργατικού κινήματος και των κοινωνικών κινημάτων διαμαρτυρίας, που κυριαρχούνταν και εξακολουθούν να κυριαρχούνται, όπου υπάρχουν τέτοια, από οπαδούς του «σοσιαλισμού της αγοράς», του «κινεζικού δρόμου» και της υποστήριξης των «ντόπιων» εμπορευματοπαραγωγών. Στη στρατηγική τους κυριαρχούσαν οι ιδέες της ανάγκης για ένωση των προσπαθειών με τις «προοδευτικές» αστικοφιλελεύθερες δυνάμεις στην πάλη για γενικές ελευθερίες στο «δημοκρατικό στάδιο», μόνο μετά από το οποίο θα ακολουθούσε ο αγώνας για τον σοσιαλισμό. Ωστόσο, η νομική ή η πολιτική διάλυση των Κομμουνιστικών Κομμάτων εξυπηρέτησε τον σκοπό της αποτροπής μιας υποθετικής δυνητικής συσπείρωσης γύρω από αυτά όλων των δυνάμεων διαμαρτυρίας στην κοινωνία, που δεν ήταν ικανοποιημένες από την κοινωνικοοικονομική και πολιτική πορεία προς την περαιτέρω ανάπτυξη του καπιταλισμού, σε συνθήκες αδυναμίας και αφερεγγυότητας των οργανώσεων της αστικής αντιπολίτευσης.

Ως αποτέλεσμα αυτής της εκκαθάρισης των Κομμουνιστικών Κομμάτων στις Δημοκρατίες, οι αστικές-εθνικιστικές δικτατορίες ενισχύθηκαν με επικεφαλής, κατά κανόνα, πρώην ηγέτες των σοβιετικών Κομμουνιστικών Κομμάτων, αλλά με μια κρατική ιδεολογία της οποίας κύριος πυρήνας είναι ο αντικομμουνισμός.

Η καταστολή των δικαιωμάτων των εργαζόμενων και των συνδικάτων

Η παλινόρθωση του καπιταλισμού μετατράπηκε σε πραγματική κοινωνική καταστροφή για τις Δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας, όταν έλαβε χώρα η διαδικασία αποβιομηχάνισης και διάλυσης πολλών κλάδων της οικονομίας. Ως αποτέλεσμα των επενδύσεων κεφαλαίων από δυτικές εταιρίες, απέμειναν μόνο οι εξορυκτικοί κλάδοι, καθώς και οι επιχειρήσεις σιδηρούχων και μη σιδηρούχων μεταλλευμάτων. Οι κυβερνήσεις των Δημοκρατιών ακολούθησαν παντού πολιτική περικοπής των πιστώσεων κοινωνικής ασφάλισης και περιόρισαν τα δικαιώματα των εργαζόμενων, τροποποιώντας την κοινωνική και εργατική νομοθεσία και περιορίζοντας την ελευθερία της συνδικαλιστικής δράσης. Αλλά αυτά τα φαινόμενα εκδηλώθηκαν πιο έντονα και ξεκάθαρα στο Καζακστάν, αφού εκεί έγιναν οι ισχυρότερες ταξικές εκδηλώσεις των εργατικών κολεκτίβων και όπου αναπτύχθηκε ο αγώνας για τα συνδικάτα.

Για την άρχουσα τάξη και την ηγεσία του Καζακστάν, ο Ρουβίκωνας ήταν η οχτάμηνη απεργία των εργαζόμενων στο πετρέλαιο στην περιοχή Μανγκιστάου το 2011, μετά από την οποία έλαβε χώρα μια ριζική μεταρρύθμιση της εργατικής και συνδικαλιστικής νομοθεσίας. Στις 27 Ιούνη 2014, τρία χρόνια μετά από τους πυροβολισμούς κατά απεργών εργατών της Ζαναοζέν, όπου σκοτώθηκαν περισσότεροι από εβδομήντα απεργοί, ο πρόεδρος του Καζακστάν υπέγραψε τον νόμο «Για τα συνδικάτα», ο οποίος στέρησε από τους εργαζόμενους το δικαίωμα να δημιουργούν τα δικά τους ανεξάρτητα συνδικάτα. Όλες αυτές οι ενώσεις διαλύθηκαν στη συνέχεια με δικαστικές αποφάσεις.

Ως αποτέλεσμα, στο Καζακστάν παρέμεινε η ελεγχόμενη από τις Αρχές Ομοσπονδία Συνδικάτων του Καζακστάν, όπου επικεφαλής διορίστηκαν πρώην επικεφαλής περιφερειακών διοικήσεων που είχαν παλέψει νωρίτερα κατά των απεργιών, καθώς και δύο άλλες επίσημες οργανώσεις.

Η Γενική Εισαγγελία της Δημοκρατίας του Καζακστάν πραγματοποίησε την εκκαθάριση μέσω δίκης ενάντια σε περισσότερα από εξακόσια τοπικά, περιφερειακά και πρωτοβάθμια συνδικάτα που δε συμμορφώνονταν με τον νέο νόμο «Για τα συνδικάτα». Στα τέλη του 2017, διαλύθηκε και η τελευταία Συνομοσπονδία Ανεξάρτητων Συνδικάτων του Καζακστάν και τέσσερις από τους ηγέτες της καταδικάστηκαν σε ποικίλες ποινές φυλάκισης για υποκίνηση, δήθεν, παράνομων απεργιών.

Επιπλέον, τα δικαιώματα των συνδικαλιστικών οργανώσεων σχετικά με την πρωτοβουλία έναρξης διαπραγματεύσεων επίλυσης εργατικών διαφορών, την υπογραφή συλλογικών συμβάσεων και την οργάνωση και συμμετοχή σε απεργίες έχουν περιοριστεί σημαντικά.

Με την υιοθέτηση αυτού του νόμου, το κοινοβούλιο του Καζακστάν παραβίασε ακόμη και το Σύνταγμα του Καζακστάν (άρθρο 1, παράγραφος 1), το οποίο ανακηρύσσει τη Δημοκρατία ως ένα δημοκρατικό, κοσμικό, κοινωνικό κράτος δικαίου, υποχρέωση του οποίου είναι να αναγνωρίζει, να τηρεί και να προστατεύει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του ανθρώπου και του πολίτη βάσει των αρχών της προτεραιότητας του κράτους δικαίου και της νομικής δημοκρατίας, της προτεραιότητας των διεθνών συνθηκών έναντι των νόμων της (άρθρο 4), της εδραίωσης των θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος του καθενός στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι (άρθρο 23, παράγραφος 1).

Ως αποτέλεσμα, ο νόμος «Για τα συνδικάτα» έρχεται σε αντίθεση με τις συμβάσεις 87, 98 και 135 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ). Επίσης, ούτε συμμορφώνεται με τα διεθνή πρότυπα στον τομέα των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι στην εργασιακή σφαίρα: Την Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, η οποία παρέχει σε όλους το δικαίωμα να δημιουργούν επαγγελματικές ενώσεις και να συμμετέχουν σε αυτές για να προστατεύουν τα συμφέροντά τους (άρθρο 23, παράγραφος 4), το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, όπου διακηρύσσεται το δικαίωμα του καθενός να ιδρύει συνδικαλιστικές οργανώσεις και να συμμετέχει σε συνδικαλιστική οργάνωση της επιλογής του, με μοναδικό όρο την τήρηση των κανόνων της αντίστοιχης οργάνωσης, για την προώθηση και προστασία των οικονομικών και κοινωνικών συμφερόντων του.

Εκτός από την ψήφιση του νόμου «Για τα συνδικάτα», ιδιαίτερη ανησυχία προκάλεσε το γεγονός ότι η Γερουσία του Κοινοβουλίου του Καζακστάν υιοθέτησε, στις 11 Ιούνη 2014, τον νέο Ποινικό Κώδικα που ποινικοποιεί τη συνδικαλιστική πάλη. Η σύσταση μη καταγεγραμμένων συνδικάτων, καθώς και η συμμετοχή σε αυτά, σύμφωνα με τον νέο Ποινικό Κώδικα, τιμωρείται πλέον ποινικά, προβλέπεται φυλάκιση έως τρεις μήνες βάσει του άρθρου 403. Επίσης, η οργάνωση και η συμμετοχή σε «παράνομες απεργίες» τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τριών ετών. Η «υποκίνηση κοινωνικής διχόνοιας» παραμένει σοβαρό έγκλημα, βάσει του άρθρου 174, και τιμωρείται με φυλάκιση έως και δώδεκα ετών.

Το άρθρο 398 του νέου Ποινικού Κώδικα που ορίζει τις ποινές για συμμετοχή σε παράνομη συγκέντρωση –η προβλεπόμενη ποινή είναι πρόστιμο, κοινωφελής εργασία έως διακόσιες σαράντα ώρες ή κάθειρξη έως τέσσερις μήνες– έχει προκαλέσει ιδιαίτερη ανησυχία στα συνδικάτα του Καζακστάν. Τώρα, κάθε συνδικαλιστική συνάντηση, διαδήλωση ή συνδιάσκεψη μπορεί να χαρακτηριστεί «παράνομη». Οποιαδήποτε συνδικαλιστική ή κοινωνική ένωση μπορεί επίσης να κλείσει για παράνομη παρέμβαση στις δραστηριότητες των κρατικών οργάνων. Έτσι, εισάγονται νέα νομική ορολογία και ρυθμίσεις που τιμωρούν τους συνδικαλιστές.

Για τον λόγο αυτόν, η Παγκόσμια Συνδικαλιστική Ομοσπονδία (ΠΣΟ), μετά από έκκληση του συνδικάτου του Καζακστάν «Ζανάρτου», εξέδωσε δήλωση όπου λέγεται ότι «η ΠΣΟ διαπιστώνει το γεγονός ότι το κράτος ποινικοποιεί τον αγώνα των συνδικάτων, αυστηροποιεί την εργατική νομοθεσία, απαγορεύει ουσιαστικά τις απεργίες και οποιεσδήποτε ενέργειες για την υποστήριξη αιτημάτων για αύξηση των μισθών, βελτίωση των συνθηκών εργασίας και αναθεώρηση των συλλογικών συμβάσεων, μειώνεται ο πραγματικός ρόλος ακόμα και των επίσημων συνδικάτων και επιβάλλονται υποδουλωτικές συνθήκες εργασίας».

Παρά τις καταγγελίες των παγκόσμιων συνδικαλιστικών κέντρων και της ΔΟΕ για την πρακτική των διακρίσεων εις βάρος των εργαζόμενων στην επιθυμία τους να δημιουργούν τις δικές τους ενώσεις, απαλλαγμένες από τον έλεγχο των Αρχών και των εργοδοτών, η κυβέρνηση, προς όφελος των ντόπιων και ξένων εταιριών, συνέχισε την πολιτική της και το επόμενο έτος, το 2015, υιοθέτησε νέο Εργατικό Κώδικα, ο οποίος στέρησε από τους εργαζόμενους το δικαίωμα στην απεργία.

Σύμφωνα με τον νέο Εργατικό Κώδικα, οι εργαζόμενοι αναγκάζονται να διαπραγματευτούν τη διεξαγωγή μιας απεργίας μέσω επιτροπών συνδιαλλαγής για περισσότερες από σαράντα μέρες και η ίδια η διαδικασία είναι τόσο περίπλοκη, που δεν έχει γίνει ούτε μια νόμιμη απεργία στο Καζακστάν από το 2014. Αλλά οι κανόνες του Εργατικού Κώδικα επέτρεψαν στους εργοδότες να πραγματοποιούν μαζικές απολύσεις παράνομων απεργών και να έχουν οι ηγέτες ποινικές συνέπειες με τη φυλάκισή τους, κάτι που εφαρμόζεται τώρα ενεργά στη χώρα.

Πρέπει να σημειωθεί ότι οι αντεργατικές μεταρρυθμίσεις της εργατικής και συνδικαλιστικής νομοθεσίας, που πραγματοποιήθηκαν με πρωτοβουλία του Νουρσουλτάν Ναζαρμπάγιεφ ως μέρος της εφαρμογής της εταιρικής ιδέας της «Κοινωνίας της Καθολικής Εργασίας», δανεισμένης εν πολλοίς από τον Μουσολίνι, εφαρμόστηκαν στη συνέχεια, πριν πέντε χρόνια, στην Κιργιζία και θεωρούνται επίσης μοντέλο για την κυβέρνηση του Ουζμπεκιστάν.

Αυτό δείχνει ότι η ολοκληρωτική αποκομμουνιστικοποίηση, η απαγόρευση των Κομμουνιστικών Κομμάτων, η εξύμνηση των Μπασμάκων και των μελών των δωσίλογων σχηματισμών, που πολέμησαν με το όπλο στο χέρι ενάντια στη σοβιετική εξουσία, εκδηλώνονται τελικά με τη μορφή της κατάργησης όλων των κοινωνικών και πολιτικών κατακτήσεων των εργατών, μέσω της υποδούλωσής τους και της απαγόρευσης δημιουργίας δικών τους ενώσεων και πραγματοποίησης απεργιών.

Αποκομμουνιστικοποίηση και αποκατάσταση

Από την αρχή της ανεξαρτησίας των πέντε πρώην Σοβιετικών Δημοκρατιών της Κεντρικής Ασίας, σε αυτές ξεκίνησαν διαδικασίες ολοκληρωτικής αποκομμουνιστικοποίησης, οι οποίες εκφράστηκαν στη μετονομασία οικισμών, δρόμων και στην κατεδάφιση μνημείων επαναστατών, ακόμη και ηρώων του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου, όπως συνέβη στο Ουζμπεκιστάν. Στη θέση των κατεδαφισμένων μνημείων, ανεγέρθηκαν μνημεία για πρόσωπα που είχαν διωχτεί για αντισοβιετική δράση ή για τα θύματα του «Γολοντομόρ».

Αλλά το πιο ανησυχητικό εδώ είναι ότι τώρα πραγματοποιείται η πολιτική και νομική δικαίωση των Μπασμάκων, δηλαδή όσων συμμετείχαν στο αντισοβιετικό κίνημα στην Κεντρική Ασία, οι οποίοι διακρίθηκαν από ιδιαίτερη σκληρότητα και ενεργούσαν από το έδαφος του Αφγανιστάν αρχικά με την έγκριση της Τουρκίας και μετά με την υποστήριξη της Αγγλίας στη δεκαετία του 1920-1930 και ύστερα από το 1941 και της ναζιστικής Γερμανίας. Αποκαθίστανται επίσης τα μέλη της Λεγεώνας του Τουρκεστάν της Βέρμαχτ και των ανατολικών μουσουλμανικών μονάδων των Ες-Ες.

Στην Κιργιζία, στις 31 Δεκέμβρη 2024, ο πρόεδρος Σαντίρ Ζαπάροφ υπέγραψε νόμο για την πλήρη αποκατάσταση όλων των θυμάτων της σοβιετικής εξουσίας, συμπεριλαμβανομένων των δωσίλογων. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι λομπίστες αυτού του νομοσχεδίου ήταν η «Ανοιχτή Κυβέρνηση», που δημιουργήθηκε με τη συμμετοχή του αμερικανικού πρακτορείου USAID, και το γνωστό Ίδρυμα Σόρος. Στο γειτονικό Ουζμπεκιστάν, το 2022, όλοι οι εξέχοντες ηγέτες του κινήματος Μπασμάκων αποκαταστάθηκαν. Στο Καζακστάν, τον Δεκέμβρη του 2023, αποκαταστάθηκαν επίσης τρακόσιες έντεκα χιλιάδες άτομα, συμπεριλαμβανομένων ληστών και εγκληματιών.

Όμως, η αποκομμουνιστικοποίηση έχει φτάσει στη μεγαλύτερη κλίμακα στο Καζακστάν, όπου χιλιάδες οικισμοί και δρόμοι μετονομάζονται μαζικά, μέλη του κοινοβουλίου έχουν ετοιμάσει νομοσχέδιο που απαγορεύει την κομμουνιστική ιδεολογία και τα σοβιετικά σύμβολα και η συνείδηση των νέων μεταστρέφεται δραστήρια σε μαχητικό αντισοβιετικό πνεύμα.

Αυτό διευκολύνεται από διάφορα «ντοκιμαντέρ» και ταινίες «μυθοπλασίας», όπως το Ογιάν, Καζαχ! (Ξύπνα, Καζάχε!), που χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό και έχουν στόχο να μεταστρέψουν τη συνείδηση των νέων και να παρουσιάσουν ως ιδρυτές του σύγχρονου κράτους όχι τον Λένιν και την ηγεσία της Σοβιετικής Ρωσίας, αλλά τους εκπροσώπους του τοπικού παραρτήματος του κόμματος των καντέτων «Αλάς», που ίδρυσαν τη λεγόμενη «Αυτονομία του Αλάς» με την υποστήριξη των Λευκών κοζάκων αταμάνων και η οποία έγινε αργότερα συστατικό μέρος του καθεστώτος των Λευκών κοζάκων του ναυάρχου Κόλτσακ.

Και δεν πρόκειται για κάποια αυθόρμητα έργα, αλλά για στοχευμένη προπαγάνδα, αφού ταυτόχρονα ανακοινώθηκε η κυκλοφορία μιας εφτάτομης έκδοσης Η ιστορία του Καζακστάν από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα, η οποία αναθεωρεί πλήρως την ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης. Στην έκδοση αλλάζει πλήρως η θεώρηση για την εποχή της σοβιετικής σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Σύμφωνα με τη νέα αντίληψη, ως αποτέλεσμα του «αναγκαστικού αποικισμού», υποτίθεται ότι αφαιρέθηκαν τα προγονικά εδάφη, καταργήθηκαν οι θεσμοί των Μπιι (εκπροσώπων της δικαστικής αριστοκρατίας) και των Μπατύρων και καταργήθηκε η εξουσία της φεουδαρχικής ελίτ στο πρόσωπο των Χαν και των σουλτάνων. Και μετά από τον σχηματισμό της ΕΣΣΔ και την άνοδο των μπολσεβίκων στην εξουσία, ξεκίνησε για τους Καζάκους μια περίοδος συνεχούς «Γολοντομόρ» και συνειδητής εξάλειψης, ξεκινώντας από τη στιγμή της ίδιας της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης.

Επιπλέον, από τότε που ο Ναζαρμπάγιεφ υπέγραψε το διάταγμα «Περί μετονομασίας ιδεολογικά παρωχημένων ονομάτων» το 2018, η ολοκληρωτική αποκομμουνιστικοποίηση στο Καζακστάν επιταχύνθηκε, κάτι που εκφράστηκε στη δημιουργία, με διάταγμά του τον Νοέμβρη του 2020, μιας κρατικής επιτροπής για την τελική αποκατάσταση των θυμάτων πολιτικών διώξεων κατά τα έτη 1918-1953.

Προς τιμήν των μελών της Λεγεώνας του Τουρκεστάν της Βέρμαχτ και του ιδρυτή της Μουσταφά Σοκάι (Τσοκάι), μετονομάζονται δρόμοι, στήνονται μνημεία και εκδίδονται βιβλία. Από αυτούς, καθώς και από τα μέλη της «Αλάς-Ορντά», κατασκευάζεται μια φωτεινή εικόνα ηρώων-αγωνιστών για την εθνική απελευθέρωση από τη δικτατορία των μπολσεβίκων.

Αυτή η ενεργή δραστηριότητα για την αποκομμουνιστικοποίηση και την ηρωοποίηση των αντιπάλων της σοβιετικής εξουσίας είναι επίσης απαραίτητο και σημαντικό μέρος στην υπόθεση της δικής μας «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης», δηλαδή της ενσωμάτωσης της άρχουσας τάξης του Καζακστάν στο δυτικό σύστημα. Επιπλέον, είναι προφανές σε όλους ότι υπάρχει η επιθυμία να υιοθετηθούν τα ψηφίσματα του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου για την εξίσωση της ΕΣΣΔ με τη ναζιστική Γερμανία και την καταδίκη του κομμουνισμού.

Και αυτή η δραστηριότητα έχει σημαντική πρακτική σημασία, δηλαδή την πρόθεση συγκάλυψης της τρέχουσας κατάφωρης κοινωνικής ανισότητας, της παράδοσης κοιτασμάτων πετρελαίου, φυσικού αερίου, χαλκού, ουρανίου, ψευδαργύρου, σπάνιων γαιών σε διεθνικές εταιρίες και τοπικούς ολιγάρχες. Και επίσης, στόχο έχει να δείξει ότι το σημερινό κράτος δεν είναι καθόλου το αποτέλεσμα της εθνικής πολιτικής του Λένιν, αλλά προϊόν της δουλειάς του Ναζαρμπάγιεφ και του Τοκάγιεφ, οι οποίοι υποτίθεται ότι είναι οι ιδεολογικοί διάδοχοι της αστικο-εθνικιστικής «Αλάς-Ορντά».

Όλοι αυτοί οι ψευτοϊστορικοί μύθοι εξυπηρετούν έναν στόχο –την περαιτέρω υποδούλωση των εργαζόμενων, την ενίσχυση της διπλής καταπίεσης, τόσο από ντόπιους όσο και από ξένους καπιταλιστές. Επιπλέον, η πλήρης άρνηση της σοβιετικής εμπειρίας στοχεύει στην απαξίωση των κοινωνικών επιτευγμάτων και δικαιωμάτων, όπως δωρεάν παιδεία, υγειονομική περίθαλψη, δωρεάν στέγαση και φτηνές υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, αλληλέγγυο σύστημα συνταξιοδότησης, που πλέον τα έχουν στερήσει από τους εργαζόμενους και τα πλατιά στρώματα του λαού και παρουσιάζονται από την προπαγάνδα ως παρασιτισμός.

Και η σημερινή αποκομμουνιστικοποίηση και ηρωοποίηση των Μπασμάκων και των ναζί δωσίλογων γίνεται τώρα παράλληλα με τη νέα και οριστική ιδιωτικοποίηση των κρατικών περιουσιακών στοιχείων, την εκχώρηση των τελευταίων κοιτασμάτων στρατηγικών ορυκτών σε ξένες εταιρίες και την εφαρμογή νέων αντικοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Στην πραγματικότητα, το σημερινό Καζακστάν έχει πλέον επιστρέψει στην ίδια προεπαναστατική κατάσταση, με τον ίδιο έλεγχο του ξένου κεφαλαίου.

Προοπτικές, προβλέψεις και καθήκοντα

Οι Δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας βρίσκονται στο κατώφλι μιας σοβαρής κοινωνικοοικονομικής και πολιτικής κρίσης, που δεν προκαλείται μόνο από τις παγκόσμιες αναταραχές στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα και την ένταση του γεωπολιτικού ανταγωνισμού μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, αλλά και από μια σειρά εσωτερικών παραγόντων που επιδεινώνουν σημαντικά την κατάσταση.

Η εξωτερική πίεση από κορυφαίους παγκόσμιους παίκτες, που επιδιώκουν να επεκτείνουν την επιρροή τους στην περιοχή, επιδεινώνεται από εσωτερικές αντιφάσεις. Η οικονομική αστάθεια, που προκαλείται από την εξάρτηση από τις εξαγωγές πρώτων υλών και τις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών, οδηγεί σε αύξηση της ανεργίας, ιδίως των νέων, η οποία, με τη σειρά της, προκαλεί κοινωνικές εντάσεις και συμβάλει στην άνοδο των διαθέσεων διαμαρτυρίας.

Το πρόβλημα επιδεινώνεται από τη βαθιά ανισότητα στην κατανομή του πλούτου, που οδηγεί σε κοινωνική διαστρωμάτωση και ένταση της ταξικής πάλης. Σε συνθήκες περιορισμένων δυνατοτήτων για κοινωνική κινητικότητα, η αυξανόμενη φτώχεια και η ανεργία γίνονται γόνιμο έδαφος για εξτρεμιστικές θρησκευτικές και εθνικιστικές ιδέες. Η κατάσταση αυτή συμπληρώνεται από την περίπλοκη εθνοπολιτική κατάσταση. Οι ιστορικά εδραιωμένες εθνοτικές και φυλετικές σχέσεις, που χρησιμοποιούνται συχνά από την πολιτική ελίτ για τα δικά της συμφέροντα, μπορούν να οδηγήσουν σε όξυνση των διεθνικών συγκρούσεων.

Ο ανταγωνισμός για τους περιορισμένους πόρους –νερό, γη, ενέργεια– μεταξύ των κρατών της Κεντρικής Ασίας αυξάνει επίσης σημαντικά τον κίνδυνο ένοπλων συγκρούσεων. Οι διασυνοριακοί ποταμοί, όπως ο Αμού Νταριά και ο Σιρ Νταριά, αποτελούν πηγή συνεχών διαφωνιών, που επιδεινώνονται από την κλιματική αλλαγή και τη μείωση των υδάτινων πόρων. Ο αγώνας για έλεγχο των ενεργειακών πόρων, συμπεριλαμβανομένων των αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαίου, θα μπορούσε επίσης να προκαλέσει διακρατικές συγκρούσεις.

Η εξωτερική παρέμβαση ηγετικών δυνάμεων, που επιδιώκουν τα δικά τους γεωπολιτικά συμφέροντα, μπορεί να αποσταθεροποιήσει ουσιαστικά την περιοχή. Ο ανταγωνισμός μεταξύ Ρωσίας, Κίνας, ΗΠΑ και άλλων χωρών για επιρροή στην Κεντρική Ασία δημιουργεί μια απρόβλεπτη ατμόσφαιρα και αυξάνει τον κίνδυνο ανάμιξης στις εσωτερικές υποθέσεις των κρατών της περιοχής. Αυτή η παρέμβαση μπορεί να πάρει διάφορες μορφές, από την οικονομική πίεση και τον πολιτικό εκβιασμό μέχρι την άμεση στρατιωτική επέμβαση, που μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη κατάρρευση των κρατών και σε «αφγανοποίηση» της περιοχής, δηλαδή τη διάσπασή της σε συγκρουόμενα εδάφη που ελέγχονται από διάφορες ένοπλες ομάδες.

Σε αυτήν την κατάσταση χρειάζονται νέα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα, τα οποία πρέπει να προσφέρουν μια εναλλακτική στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων και να επεξεργαστούν ένα αποτελεσματικό επαναστατικό πρόγραμμα πολιτικού αγώνα. Η προώθηση της ιδέας μιας τέτοιας σοσιαλιστικής εναλλακτικής, προσανατολισμένης στη μέγιστη ενότητα των εργατών και των λαϊκών μαζών όλων των εθνοτήτων, είναι ένα σημαντικό βήμα σε αυτόν τον δρόμο.

Η οργάνωσή μας καταβάλλει προσπάθειες για να βρει και να ενώσει διάφορες ομάδες νεολαίας, ομάδες πρωτοβουλίας εργατών και κοινωνικά κινήματα διαμαρτυρίας, για να δημιουργήσει σχέσεις με τα εναπομείναντα Κομμουνιστικά Κόμματα στην περιοχή, με στόχο τη δημιουργία μιας βάσης για την ανάδυση τέτοιων νέων πολιτικών σχηματισμών στο μέλλον. Μετά από τα γεγονότα του Γενάρη του 2022 στο Καζακστάν, όταν πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά γενική απεργία, μεταξύ άλλων με πολιτικά αιτήματα, ξεκινήσαμε επίσης τη δουλειά για τη νομιμοποίηση της δράσης μας, μέσω μιας προσπάθειας καταγραφής του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Ταυτόχρονα, υποστηρίξαμε και τα αιτήματα των ίδιων των εργατών του Καζακστάν, που προβλήθηκαν την περίοδο των συγκεντρώσεων και της απεργίας του 2022. Συγκεκριμένα:

  • Κατάργηση των αντεργατικών διατάξεων του Εργατικού Κώδικα και του νόμου «Για τα συνδικάτα», την ελευθερία των συγκεντρώσεων και των απεργιών, την άσκηση της ελευθερίας του λόγου.
  • Δημιουργία κομμάτων και συνδικαλιστικών οργανώσεων.
  • Επαναφορά του Συντάγματος του 1993, όπου διακηρύσσονταν τα δικαιώματα των εργαζόμενων.
  • Απελευθέρωση όλων των πολιτικών κρατούμενων.
  • Και αποκατάσταση των απεργών του 2011, που δέχτηκαν πυροβολισμούς και καταστολή από τον στρατό.
  • Το πιο σημαντικό σε αυτήν τη φάση είναι η βοήθεια στην αυτοοργάνωση των εργατών σε δικές τους ομάδες πρωτοβουλίας και επιτροπές σε τοπικό επίπεδο, στις οποίες θα συμμετέχουν τόσο οι ντόπιοι κάτοικοι όσο και οι άνεργοι, για τη δημιουργία ενός κοινού μετώπου πάλης για κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα.

Ταυτόχρονα, εξηγούμε το ίδιο το σύνθημα της εθνικοποίησης, που είναι πολύ δημοφιλές στους εργάτες, ότι μπορεί να εφαρμοστεί πραγματικά με τη συμμετοχή του ελέγχου μόνο σε περίπτωση κατάληψης της εξουσίας από τους εργάτες μέσω του πολιτικού τους κόμματος, που είναι ικανό να αλλάξει τον συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων και να ανοίξει τις πύλες για πραγματικούς σοσιαλιστικούς μετασχηματισμούς.

Γι’ αυτό, ο αγώνας ενάντια στην κυριαρχία των ξένων εταιριών εξόρυξης πρέπει να είναι αγώνας όχι μόνο για την εθνικοποίηση, αλλά ενάντια στον καπιταλισμό και για την ανατροπή του και την εγκαθίδρυση ενός νέου κοινωνικού και πολιτικού συστήματος χωρίς ενδιάμεσες φάσεις και στάδια.


[1] Σ.τ.Μ.: Μπασματσί –οργάνωση για την απελευθέρωση του Τουρκεστάν, πρόκειται για αντισοβιετική αντεπαναστατική οργάνωση στην Κεντρική Ασία η οποία συνεργάστηκε με τους Γερμανούς.

[2] Σ.τ.Μ.: Διαδικασία νομιμοποίησης ενός κόμματος στα μετασοβιετικά κράτη.

[3] Σ.τ.Μ.: Πράβντα του Καζακστάν.