Ο ψευδεπίγραφος ανταγωνισμός μεταξύ «προοδευτικών» και «φιλελεύθερων» και η επικαιρότητα του πρωτοπόρου ρόλου του Κομμουνιστικού Κόμματος στην επανάσταση στη Λατινική Αμερική και στην Καραϊβική


Έκτορ Αλέχο Ροντρίγκες και Κάρλος Οχέδα Φαλκόν, μέλη του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚ Βενεζουέλας

Τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια, η κατάσταση της ταξικής πάλης στη Λατινική Αμερική έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές, που αξίζουν μια σε βάθος μελέτη από τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα. Η μελέτη αυτή έχει ως αφετηρία τις αλλαγές στη διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου, τις επιπτώσεις της στην εργατική τάξη, τις αλλαγές στο εσωτερικό των κομμάτων του αστικού συστήματος και τον ρόλο των κομμάτων της εργατικής τάξης στη διατήρηση της πολιτικής τους ανεξαρτησίας για την επιδίωξη των δικών τους συμφερόντων και της ιστορικής τους αποστολής.

Η κρίση των παραδοσιακών αστικών κομμάτων, η ανάδυση του «προοδευτισμού» της Λατινικής Αμερικής στα τέλη του προηγούμενου και στις αρχές αυτού του αιώνα, ο μετασχηματισμός των εμπορικών σχέσεων, όπου η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας έχει γίνει ο κύριος οικονομικός εταίρος της περιοχής της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής, η αποδυνάμωση και ο μετασχηματισμός της πολιτικής, οικονομικής και στρατιωτικής ηγεμονίας των ΗΠΑ στην ήπειρο, η αναζωπύρωση των υπερφιλελεύθερων και εθνικιστικών ρευμάτων, που εμφανίζονται ψευδεπίγραφα ως ο αντίθετος πόλος του «προοδευτισμού» που ενσαρκώνει η νέα σοσιαλδημοκρατία της περιοχής, είναι όλα συγκεκριμένα γεγονότα που έχουν μεταμορφώσει ριζικά την πραγματικότητα της ταξικής πάλης στην περιοχή σε σχέση με τον προηγούμενο αιώνα.

Ωστόσο, παρόλο που έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι της ιστορίας της περιοχής, υπάρχουν πολλά εργατικά κόμματα σε αυτήν που συνεχίζουν να αναπαράγουν μια στρατηγική και έναν λόγο σα να ίσχυαν ακόμα οι ίδιες συνθήκες με πριν τριάντα χρόνια.

Τα πάντα απλοποιούνται με τη θεωρία του «κύριου εχθρού». Αυτή βασίζεται στην παραδοχή της παντοδύναμης ηγεμονίας του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στις αδύναμες χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής, ο οποίος, με την υποστήριξη μιας δουλικής ντόπιας αστικής τάξης, περιορίζει την ελεύθερη ανάπτυξη και την ανεξαρτησία αυτών των εθνών. Από αυτήν την ανάλυση, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η μόνη έγκυρη στρατηγική για την εργατική τάξη της περιοχής είναι η προώθηση πλατιών διαταξικών συμμαχιών εθνικιστικού και πατριωτικού περιεχομένου, για να αντιμετωπιστεί η κυριαρχία του υποτιθέμενου «κύριου εχθρού» και των εσωτερικών «δούλων» του, όπου τα συμφέροντα και το πρόγραμμα της εργατικής τάξης επικαλύπτονται, θυσιάζονται ή αναβάλλονται για το αφηρημένο γενικό συμφέρον της «πατρίδας».

Αλλά η ιδεολογική αναστροφή της πραγματικότητας δεν τελειώνει εδώ. Γίνεται πιο σύνθετη, καθώς η τάση για όξυνση του ανταγωνισμού μεταξύ κεφαλαίων σε παγκόσμιο επίπεδο οδηγεί στην ενίσχυση των καπιταλιστικών πόλων που βρίσκονται σε ανταγωνισμό και αντιπαρατίθενται με τα παραδοσιακά κέντρα του μονοπωλιακού κεφαλαίου (ΗΠΑ-Ευρωπαϊκή Ένωση) και αυτός ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός ερμηνεύεται ως ανάδυση ενός «προοδευτικού» παγκόσμιου πόλου που, συγκρουόμενος με την ηγεμονία του «κύριου εχθρού», θεωρείται χρήσιμος για το συμφέρον της «ανθρωπότητας». Έτσι, η στρατηγική της υποταγής της εργατικής τάξης στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στο εσωτερικό των χωρών –που σήμερα αποκαλούνται «προοδευτικές»– επεκτείνεται και στην υποστήριξη ενός από τους καπιταλιστικούς πόλους που βρίσκονται σε σκληρό ανταγωνισμό για τον έλεγχο των αγορών, των πρώτων υλών και των εμπορικών δρόμων.

Από αυτήν την ανάλυση προκύπτει ο εξωραϊσμός του ρόλου των «προοδευτικών» κυβερνήσεων και άλλων δυνάμεων, όπως η Ρωσία, η Κίνα και το Ιράν, ως υποτιθέμενου ανταγωνιστικού πόλου προς τον κύριο εχθρό που πρέπει να νικηθεί, τον αμερικανικό και ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό. Αυτό τροφοδοτεί την ψευδαίσθηση μιας νέας, δικαιότερης παγκόσμιας τάξης πραγμάτων που θα προκύψει από τη νίκη κάποιων καπιταλιστών επί άλλων μέσα στο ίδιο σύστημα εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Ομοίως, εμφανίζονται θέσεις που δε διαφοροποιούν τις ιδιαιτερότητες των διαδικασιών εθνικής συσσώρευσης, εξισώνοντας ακόμη και τα συμφέροντα και τα σχέδια κυριαρχίας των καπιταλιστικών κρατών με άνισα επίπεδα ανάπτυξης.

Πέρα από την οπορτουνιστική αυταπάτη περί ύπαρξης «καλών» και «κακών» καπιταλιστικών κρατών, που αγνοούν τους αδυσώπητους νόμους της διαδικασίας συσσώρευσης του κεφαλαίου, τα μαρξιστικά-λενινιστικά κόμματα δεν μπορούν να παραβλέψουν τις αντιθέσεις εντός της αστικής εξουσίας σε παγκόσμια κλίμακα και τον τρόπο που αυτές πρέπει να αξιοποιηθούν από την εργατική τάξη στην παγκόσμια ταξική πάλη. Η εμπειρία της μπολσεβίκικης επανάστασης δίνει πολλά διδάγματα σχετικά με αυτό.

Φιλελεύθεροι και «προοδευτικοί» «κρατιστές»: Δύο όψεις του ίδιου νομίσματος στη διαδικασία συσσώρευσης κεφαλαίου στη Λατινική Αμερική και στην Καραϊβική

Ο κύκλος της διαδικασίας συσσώρευσης κεφαλαίου στις χώρες όπου κυριαρχούν οι εξαγωγές πρώτων υλών και ορυκτών προϊόντων έχει μια επεκτατική φάση που αντιστοιχεί στην περίοδο υψηλών τιμών των πρώτων υλών που εξάγουν, δηλαδή τη στιγμή της μεγαλύτερης ιδιοποίησης της διαφορικής προσόδου, και μια φάση κρίσης που συμπίπτει με τη συρρίκνωση της ιδιοποιημένης προσόδου ως συνέπεια της περιόδου χαμηλών τιμών των εξαγωγικών εμπορευμάτων τους.

Ιστορικά, η πάλη μεταξύ των διάφορων τμημάτων της αστικής τάξης και της τάξης των γαιοκτημόνων για τον έλεγχο της κρατικής πολιτικής εξουσίας, μέσω των κομμάτων τους, σημαδεύτηκε από την υπεροχή δύο προγραμματικών σχεδίων: Από τη μια πλευρά, ο φιλελευθερισμός, ο οποίος από τη δεκαετία του 1980 απέκτησε δύναμη με τις νεοφιλελεύθερες θεωρίες και σήμερα επιστρέφει με ανανεωμένη ώθηση με το λεγόμενο κίνημα του «ελευθερισμού»[1], το οποίο υποστηρίζει ουσιαστικά το ίδιο πράγμα με διαφορετικές λέξεις: Το «τέλος του κρατικού παρεμβατισμού» και την πλήρη «ελευθερία» δράσης του ιδιωτικού κεφαλαίου ως προϋπόθεση για την υποτιθέμενη «ευημερία». Οι υπερφιλελεύθεροι βλέπουν την κρατική παρέμβαση ως έναν εξωτερικό παράγοντα, ξένο προς τη διαδικασία συσσώρευσης και εμπόδιο σε αυτήν, υποστηρίζοντας ότι η ελευθερία κίνησης των κεφαλαίων και η αυτορυθμιστική ικανότητα του καπιταλιστικού συστήματος είναι η φυσική τάξη του ανθρώπινου κοινωνικού μεταβολισμού και η πανάκεια της προόδου.

Το άλλο σχέδιο, που παρουσιάζεται ως ανταγωνιστικό του, είναι ο κρατικιστικός σοσιαλδημοκρατικός «προοδευτισμός», ο οποίος έχει γίνει μια νέα εκδοχή του περίφημου κενσιανού «κράτους πρόνοιας». Αρχικά, ενσαρκώθηκε από τα παραδοσιακά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, ενώ σήμερα τον έχουν κάνει λάβαρο τα νέα κόμματα του «προοδευτισμού» που αυτοαποκαλούνται «νέα αριστερά». Η προσέγγισή τους βασίζεται ουσιαστικά στην υπεράσπιση της κρατικής παρέμβασης στη ρύθμιση της οικονομίας και στην αυταπάτη ότι ο καπιταλισμός μπορεί να εξανθρωπιστεί μέσω νόμων που επιδιώκουν μια «δίκαιη κατανομή του πλούτου».

Το αστικό πολιτικό σύστημα της Λατινικής Αμερικής χαρακτηρίζεται από εναλλαγή κυβερνήσεων αυτών των δύο μορφών διαχείρισης του κεφαλαίου, που εκπροσωπούνται από διαφορετικά κόμματα, τα οποία στον ρου της Ιστορίας έχουν αλλάξει ονόματα και πρόσωπα, διατηρώντας το ουσιαστικό τους περιεχόμενο: Το γεγονός ότι είναι οι δύο όψεις της ίδιας διαδικασίας καπιταλιστικής συσσώρευσης.

Όσο και αν τα σοσιαλδημοκρατικά, «προοδευτικά» και τα φιλελεύθερα κόμματα προσπαθούν να παρουσιαστούν ως εχθρικές και ασυμβίβαστες μορφές διαχείρισης μεταξύ τους –οι μεν ισχυρίζονται ότι είναι η καθαρότητα του καπιταλισμού και την ίδια ώρα κατηγορούν τους άλλους ως «σοσιαλιστές και κομμουνιστές», ενώ οι δε αυτοαποκαλούνται νέα «αντιιμπεριαλιστική» αριστερά υπέρ των κοινωνικών και εργατικών δικαιωμάτων– η πραγματικότητα δείχνει ότι και οι δύο πολιτικές δυνάμεις είναι κλαδιά του ίδιου δέντρου. Είναι συγκεκριμένες μορφές μέσω των οποίων το παγκόσμιο κεφάλαιο και η αστική τάξη της περιοχής ικανοποιούν τις ανάγκες και τα συμφέροντά τους.

Και οι δύο δήθεν ανταγωνιστικοί πόλοι είναι στην πραγματικότητα δύο πολιτικές μορφές διαχείρισης που υιοθετούνται από τη διαδικασία συσσώρευσης κεφαλαίου στις περισσότερες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Στην επεκτατική φάση του κύκλου των τιμών των πρώτων υλών και της αύξησης του χρέους, εισέρχεται στην οικονομία μια ποσότητα πόρων που ενισχύει τις προτάσεις των σοσιαλδημοκρατών και των «προοδευτικών» για μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση και δημόσιες δαπάνες, ενώ στη φάση της κρίσης και της συρρίκνωσης του οικονομικού κύκλου ενισχύονται οι προτάσεις των φιλελεύθερων κομμάτων για ιδιωτικοποιήσεις, μείωση δαπανών και αντιλαϊκές και αντεργατικές μεταρρυθμίσεις.

Ωστόσο, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η εναλλαγή στην κυβέρνηση μεταξύ «προοδευτικών» ή/και συντηρητικών φιλελεύθερων αστικών κομμάτων δεν αντιστοιχεί πάντα στη φάση του καπιταλιστικού οικονομικού κύκλου που ενισχύει τις αρχικές προγραμματικές τους προτάσεις. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα για το πώς τα σοσιαλδημοκρατικά και «προοδευτικά» κόμματα υπήρξαν επίσης μια πολύ αποτελεσματική δύναμη στην υπηρεσία της αστικής τάξης για την εφαρμογή των πιο επιθετικών σχεδίων του κεφαλαίου στη φάση της κρίσης, δηλαδή την εφαρμογή των προγραμμάτων σοκ ιδιωτικοποιήσεων, τη διάλυση του κρατικού μηχανισμού και την καταστροφή των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Η εξήγηση είναι ότι τα κόμματα αυτά, λόγω της λαϊκίστικής τους βάσης, τείνουν να είναι πιο αποτελεσματικά στην εφαρμογή των προγραμμάτων προσαρμογής, καθώς έχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν και να παραλύουν σημαντικά τμήματα της εργατικής τάξης και του λαϊκού κινήματος.

Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί παραφωνία, αντίφαση, παρέκκλιση ή προδοσία εκ μέρους των λεγόμενων «προοδευτικών» κομμάτων, αλλά μέρος της φύσης τους ως κόμματα του αστικού συστήματος και επιβεβαίωση ότι αυτοί οι δύο πόλοι όχι μόνο δεν είναι ανταγωνιστικοί, αλλά αλληλοσυμπληρώνονται ως εγγυητές των συμφερόντων των καπιταλιστών και του αστικού κράτους.

Η κρίση πολιτικής εκπροσώπησης των αστικών κομμάτων και η άνοδος των υπερφιλελεύθερων

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι το φαινόμενο του «προοδευτισμού» δεν είναι καινούργιο στην περιοχή. Τα περισσότερα από τα παραδοσιακά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, όπως το Σοσιαλιστικό Κόμμα στη Χιλή, ο Περονισμός στην Αργεντινή, το Θεσμικό Επαναστατικό Κόμμα (Partido Revolucionario Institucional, PRI)[2] στο Μεξικό, η Επαναστατική Λαϊκή Συμμαχία της Αμερικής (Alianza Popular Revolucionaria Americana, APRA) στο Περού κλπ., αναδύθηκαν στο πλαίσιο ενός λαϊκίστικου προγράμματος που έμοιαζε πολύ με τον νέο «προοδευτισμό» ο οποίος εμφανίστηκε στα τέλη του περασμένου αιώνα. Πολλά από αυτά τα κόμματα ισχυρίζονταν μάλιστα ότι ήταν δυνάμεις με αντιιμπεριαλιστικό, υπέρ της εθνικής απελευθέρωσης, ακόμη και σοσιαλιστικό χαρακτήρα. Στη συνέχεια, λόγω της αστικής τους φύσης, όλες αυτές οι οργανώσεις μετουσιώθηκαν στα παραδοσιακά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην υπηρεσία του συστήματος, όπως τα γνωρίζουμε σήμερα.

Η εμφάνιση και η μοίρα του σύγχρονου «προοδευτισμού» δε διαφέρει πολύ από την παραδοσιακή λατινοαμερικανική σοσιαλδημοκρατία. Αρχικά, ξεπετάχτηκαν με ένα αντιιμπεριαλιστικό αφήγημα υπέρ της Λατινικής Αμερικής, της ανεξαρτησίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Η κρίση των παραδοσιακών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και η υποταγή τους στη νεοφιλελεύθερη Συναίνεση της Ουάσινγκτον προκάλεσε όλεθρο στις κοινωνίες της Λατινικής Αμερικής, εκτινάσσοντας τα ποσοστά φτώχειας και τις ανισότητες. Έτσι, το πρώτο «προοδευτικό» κύμα εμφανίστηκε με μια πολύ πλατιά συμμαχία δυνάμεων στην οποία συμμετείχαν και κόμματα της εργατικής τάξης.

Η κεντρική προγραμματική προσέγγιση ήταν να ανακοπεί η προέλαση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου στην περιοχή, που υποστηριζόταν από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Ως εναλλακτική, προτάθηκε η ατζέντα της ανεξάρτητης λατινοαμερικανικής ολοκλήρωσης και, τέλος, ένα πρόγραμμα με κοινωνικό περιεχόμενο για τη διάσωση των δικαιωμάτων που είχαν καταργηθεί κατά τη διάρκεια της νεοφιλελεύθερης περιόδου.

Με τις επιμέρους ιδεολογικές και πολιτικές τους αποχρώσεις, οι πρώτες «προοδευτικές» κυβερνήσεις στην περιοχή ήταν αυτές του Ούγκο Τσάβες στη Βενεζουέλα, του Λούλα στη Βραζιλία, του Έβο Μοράλες στη Βολιβία και του περονιστικού Κιρχνερισμού στην Αργεντινή.

Όταν ξέσπασε η παγκόσμια κρίση το 2007, ο «προοδευτισμός» είχε ήδη αρχίσει να δείχνει σημάδια εξάντλησης λόγω των δικών του ταξικών ορίων, των αντιφάσεων του λαϊκίστικού του προγράμματος και της αδυναμίας του να εκπληρώσει τις λαϊκές προσδοκίες που τον είχαν φέρει σε κυβερνητικές θέσεις. Οι υποσχόμενοι επαναστατικοί μετασχηματισμοί της εξαρτημένης οικονομικής βάσης των χωρών της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Τα «προοδευτικά» κόμματα στην κυβέρνηση προώθησαν την εδραίωση ισχυρών οικονομικών ομίλων, πράγμα που επιβεβαίωσε τον χαρακτήρα τους ως αστικών κομμάτων στην υπηρεσία του συστήματος.

Με την πρώτη πολιτική κρίση του «προοδευτισμού» της περιοχής, τα παραδοσιακά συντηρητικά κόμματα και οι νέοι πολιτικοί σχηματισμοί της αστικής τάξης επέστρεψαν σε κυβερνητικές θέσεις διά της εκλογικής οδού, απ’ όπου εμβάθυναν τα προγράμματα προσαρμογής, που τα κόμματα του «προοδευτισμού» είχαν ήδη εφαρμόσει στο τέλος των κυβερνήσεών τους, ως απάντηση στην οικονομική κρίση. Τα κόμματα του «προοδευτισμού» εδραιώθηκαν έτσι ως η κύρια δύναμη της πολιτικής αντιπολίτευσης, αντικαθιστώντας τα αποδυναμωμένα παραδοσιακά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, εγκαινιάζοντας μια νέα δικομματική δομή σε πολλές χώρες της περιοχής. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η επιστροφή του «προοδευτισμού» στην κυβέρνηση χρόνια αργότερα και οι νίκες που σημειώθηκαν σε χώρες, όπως η Χιλή, η Ονδούρα και η Κολομβία, συνέβησαν στο πλαίσιο πολύ πλατιών συμμαχιών στις οποίες συμμετείχαν τα εν λόγω παραδοσιακά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Πρόκειται για τις περιπτώσεις, μεταξύ άλλων, του «Μετώπου Όλων» του Κιρχνερισμού στην Αργεντινή, όπου συμμετείχε το περονιστικό Κόμμα Δικαιοσύνης, της Χιλής με τη συμμαχία «Apruebo Dignidad», όπου συμμετείχαν τα παραδοσιακά σοσιαλδημοκρατικά, σοσιαλχριστιανικά και σοσιαλιστικά κόμματα, η περίπτωση της Κολομβίας με τη συμμαχία «Colombia Humana», στην οποία συμμετείχε μεταξύ άλλων το παλιό Φιλελεύθερο Κόμμα, ο Λούλα και όλη η πλατιά συμμαχία του με τις σοσιαλδημοκρατικές και φιλελεύθερες δυνάμεις στη Βραζιλία.

Σε χώρες, όπως η Αργεντινή και ο Ισημερινός, η εφαρμογή των αντιλαϊκών προγραμμάτων προσαρμογής ξεκίνησε από τις κυβερνήσεις των φιλελεύθερων συντηρητικών κομμάτων, στο πλαίσιο των κυβερνητικών εναλλαγών του αστικού συστήματος. Ωστόσο, δεν έγινε έτσι σε όλες τις χώρες. Στην περίπτωση της Βραζιλίας, ήταν η κυβέρνηση της Ντίλμα του Εργατικού Κόμματος (PT) που ξεκίνησε την εφαρμογή της αντιλαϊκής προσαρμογής πριν την καθαίρεσή της με νομοθετικά μέσα. Σε χώρες, όπως η Βενεζουέλα και η Βολιβία, όπου δεν υπήρξε καμιά εναλλαγή στην κυβέρνηση, εκτός από τη σύντομη περίοδο κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος στη Βολιβία, έμελλε στα ίδια τα «προοδευτικά» κόμματα στην κυβέρνηση να ενσαρκώσουν και τις δύο πολιτικές μορφές διαχείρισης του κεφαλαίου: Τη λαϊκίστικη και τη νεοφιλελεύθερη.

Ωστόσο, το βάθος της καπιταλιστικής κρίσης των αδύναμων οικονομιών της Λατινικής Αμερικής παραμένει τέτοιο, που ακόμη και η επιστροφή των κομμάτων του «προοδευτισμού» στην κυβέρνηση, για παράδειγμα, στην Αργεντινή και στη Βραζιλία, δεν έκανε τίποτα περισσότερο από το να συνεχίσει την προσαρμογή που ξεκίνησαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις τους υπό την ηγεσία των φιλελεύθερων συντηρητικών κομμάτων, των φαινομενικών ιδεολογικών εχθρών τους. Αυτή η συνέχεια των προγραμμάτων προσαρμογής από τον «προοδευτισμό» και η πλήρης εφαρμογή τους στην περίπτωση της Βενεζουέλας επιβεβαιώνει πόσο παράλογη και παραπλανητική είναι η στρατηγική του Φόρουμ του Σάο Πάολο, που ισχυρίζεται ότι η κύρια αντιπαράθεση στην περιοχή γίνεται μεταξύ δύο μοντέλων: Του νεοφιλελεύθερου που ενσαρκώνεται από τα συντηρητικά κόμματα και του σοσιαλδημοκρατικού «προοδευτισμού».

Έχει αποδειχτεί με το παραπάνω ότι αμφότερες αυτές οι δυνάμεις όχι μόνο δεν είναι ανταγωνιστικές –με την ουσιαστική και ταξική έννοια– αλλά ότι αλληλοσυμπληρώνονται ως πολιτικές μορφές που υιοθετούν την κίνηση της συσσώρευσης του κεφαλαίου στην περιοχή. Και μάλιστα, οι κυβερνήσεις του «προοδευτισμού» δε διστάζουν να ενσαρκώσουν τις πιο καταπιεστικές μορφές διαχείρισης του κεφαλαίου.

Το παράδειγμα της κυβέρνησης του Ενωμένου Σοσιαλιστικού Κόμματος της Βενεζουέλας (PSUV) είναι ίσως η πιο προφανής απόδειξη αυτής της πραγματικότητας. Το PSUV στη Βενεζουέλα είναι μια δύναμη που εκπροσωπεί ανοιχτά τα συμφέροντα της ντόπιας αστικής τάξης και του ξένου μονοπωλιακού κεφαλαίου. Πίσω από μια ψευτοαριστερή και αντιιμπεριαλιστική ρητορική, αυτό το κόμμα και η κυβέρνησή του υλοποιούν το αντεργατικό και αντιλαϊκό πρόγραμμα προσαρμογής προς όφελος των πιο αντιδραστικών καπιταλιστών της περιοχής. Ούτε καν οι πιο ανοιχτά νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις στην περιοχή δεν έχουν πετύχει στόχους τόσο επωφελείς για τις επιχειρήσεις όσο η de facto κατάργηση στοιχειωδών δικαιωμάτων, όπως οι μισθοί, οι κοινωνικές παροχές και οι συνδικαλιστικές ελευθερίες. Πρόκειται για άθλια κληρονομιά που ο διεθνής «προοδευτισμός» αποσιωπά ή δικαιολογεί, επικαλούμενος τις κυρώσεις και την «αντιιμπεριαλιστική» αντίσταση.

Αυτή η εναλλαγή στις κυβερνήσεις μεταξύ των κομμάτων του «προοδευτισμού» και της πλατιάς σοσιαλδημοκρατικής συμμαχίας τους, από τη μια πλευρά, και των παραδοσιακών συντηρητικών αστικών κομμάτων και των νέων σχηματισμών, από την άλλη, δεν άργησε να δημιουργήσει μια βαθιά κρίση πολιτικής εκπροσώπησης αυτού του νέου δικομματισμού, δεδομένου του αντιλαϊκού χαρακτήρα των πολιτικών του, της αυξανόμενης διαφθοράς και της αύξησης των κοινωνικών ανισοτήτων. Ως αποτέλεσμα της λαϊκής κόπωσης και της εμβάθυνσης της κρίσης, οι υπερφιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις ενισχύονται, με επικεφαλής παράγοντες όπως ο Μιλέι στην Αργεντινή, ο Μπολσονάρο στη Βραζιλία, ο Μπουκέλε στο Ελ Σαλβαδόρ, η Μαρία Κορίνα Ματσάδο στη Βενεζουέλα κ.ά.

Η κούραση και η απογοήτευση του λαού από τον νέο αστικό δικομματισμό, στον οποίον προστίθεται η έλλειψη αυτοτέλειας των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων απέναντι στον σοσιαλδημοκρατικό «προοδευτισμό», έχει εδραιώσει την εκλογική και πολιτική ενίσχυση αυτών των υπερσυντηρητικών δυνάμεων, οι οποίες παρουσιάζονται ψευδεπίγραφα ως ο τρίτος δρόμος στον ανταγωνισμό «προοδευτισμού»-συντηρητισμού.

Η παγίδα του ψευδεπίγραφου ανταγωνισμού μεταξύ «προοδευτικών», «σοσιαλιστών» και «νεοφιλελεύθερων» ελευθεριακών

Αυτή η «τρίτη δύναμη» δε διαφοροποιείται πολύ από την προγραμματική πρόταση της παραδοσιακής συντηρητικής δεξιάς, αντ’ αυτού αυξάνει την ισχύ της στη βάση της κόπωσης των λαϊκών μαζών από το δικομματικό σύστημα εναλλαγής και συνενοχής, το οποίο έχει οδηγήσει σε βαθιά κρίση πολιτικής εκπροσώπησης των αστικών κομμάτων στη Λατινική Αμερική και στην Καραϊβική.

Η «προοδευτική» σοσιαλδημοκρατία προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την άνοδο αυτών των αντιδραστικών δυνάμεων για να πολώσει την κοινωνία σε δύο στρατόπεδα: Τα υπερφιλελεύθερα κόμματα από τη μια πλευρά και τους υπερασπιστές του «κράτους πρόνοιας» από την άλλη. Δηλαδή, κάτω από αυτόν τον ωμό ιδεολογικό εκβιασμό προσπαθούν να εδραιώσουν τον δικομματισμό του αστικού πολιτικού συστήματος και να ματαιώσουν τις προσπάθειες των επαναστατικών κομμάτων να εμβαθύνουν μια ανεξάρτητη πολιτική γραμμή δράσης της εργατικής τάξης ενάντια στα κόμματα του κεφαλαίου.

Σε αυτό το ψευτοδίλημμα μεταξύ «νεοφιλελεύθερων» και «προοδευτικών», οι τελευταίοι όχι μόνο διακηρύσσουν ότι είναι τα θεσμοθετημένα και μοναδικά κόμματα της «αριστεράς», των λαϊκών μαζών και της εργατικής τάξης, αλλά και χρησιμοποιούν όλη τους τη δύναμη για να στιγματίσουν κάθε προσπάθεια του ταξικά συνειδητοποιημένου εργατικού κινήματος και των επαναστατικών κομμάτων να οικοδομήσουν μια ανεξάρτητη, γνήσια εργατική και λαϊκή εναλλακτική λύση, προσηλωμένη στα πραγματικά συμφέροντα της εργατικής τάξης.

Ο εκβιασμός του σοσιαλδημοκρατικού «προοδευτισμού» σχετικά με την υποτιθέμενη πάλη μεταξύ «καλού» και «κακού» ούτε παραδέχεται, ούτε σέβεται την πολιτική αυτοτέλεια της εργατικής τάξης. Όποιος δεν ευθυγραμμίζεται με την ευρεία διαταξική της συμμαχία, θεωρείται αυτόματα συνεργάτης των ακροδεξιών δυνάμεων και παίζει το παιχνίδι του «ιμπεριαλισμού». Με αυτήν τη λογική, η εργατική τάξη δεν έχει άλλη επιλογή από το να χρησιμεύσει ως ο τελευταίος τροχός της αμάξης στα συμφέροντα του ενός πόλου των αστικών κομμάτων.

Αυτή είναι η γραμμή της «Συναίνεσης της Αμερικής μας» που υποστηρίζει το Φόρουμ του Σάο Πάολο. Μια προσέγγιση που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των αστικών κομμάτων του «προοδευτισμού» και την οποία, δυστυχώς, ορισμένα Κομμουνιστικά Κόμματα της περιοχής προσπαθούν να προωθήσουν ως τον μοναδικό δρόμο πάλης για τους εργαζόμενους της Λατινικής Αμερικής.

Όμως, δεν προωθεί μόνο ο «προοδευτισμός» αυτήν την ψευδή πόλωση, το ίδιο κάνουν και τα υπερφιλελεύθερα κόμματα, αλλά υπό το ψευτοδίλημμα ελευθερία ή «σοσιαλισμός». Αυτό αποτελεί μεγαλύτερη πρόκληση για τα κόμματα της εργατικής τάξης, επειδή οι αποτυχίες της αστικής διαχείρισης των «προοδευτικών» κυβερνήσεων χρεώνονται στον σοσιαλισμό, επιδιώκοντας να ενισχύσουν την αντιδραστική συνείδηση στις εργατικές μάζες, προκειμένου να προσπαθήσουν να τις απομακρύνουν από την ιστορική τους αποστολή –τη μοναδική που μπορεί να τις οδηγήσει στην πραγματική κοινωνική τους χειραφέτηση.

Επομένως, «προοδευτικοί» και υπερφιλελεύθεροι, με τη στρατηγική της ιδεολογικής πόλωσης, επικεντρώνονται στον ίδιο στόχο, ο οποίος αποτελεί τη μόνη εγγύηση για τη διαιώνιση της αστικής εξουσίας, δηλαδή η εργατική τάξη και τα κόμματα της πρωτοπορίας της να χάσουν κάθε ικανότητα ανεξάρτητης πολιτικής δράσης απέναντι στα κόμματα του κεφαλαίου και το αστικό κράτος.

Η επικαιρότητα του πρωτοπόρου ρόλου του Κομμουνιστικού Κόμματος στην επανάσταση στην ήπειρό μας

Ενώ η φαινομενική πάλη μεταξύ «προοδευτικών» και φιλελεύθερων δυνάμεων διαπερνά την πολιτική σκηνή της περιοχής, η εργατική τάξη της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής αντιμετωπίζει τη σκληρή πραγματικότητα της προέλασης του κεφαλαίου επί των δικαιωμάτων της, ανεξάρτητα από την πολιτική δύναμη που βρίσκεται στην κυβέρνηση. Η βαθιά κρίση των διαδικασιών συσσώρευσης κεφαλαίου στην περιοχή επιβάλλει μια τάση καταστροφής εργασιακών δικαιωμάτων, απορρύθμισης της αγοράς εργασίας και διάλυσης ιστορικών κοινωνικών κατακτήσεων, αυξάνοντας τα επίπεδα κοινωνικών ανισοτήτων και παγιώνοντας το φαινόμενο της μετανάστευσης εκατομμυρίων εργαζόμενων της Λατινικής Αμερικής.

Σε αυτήν τη σύνθετη εικόνα, η πιο επωφελής συνθήκη για το κεφάλαιο –και επομένως η πιο δυσμενής για τους εργαζόμενους– είναι ότι οι εργαζόμενοι δε συγκροτούν πολιτική δύναμη ανεξάρτητη από τα κόμματα της αστικής τάξης, με την ικανότητα πάλης με το δικό τους ταξικό πρόγραμμα ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίου που επιβάλλεται μέσω του νέου αστικού δικομματισμού.

Όταν τίθεται το πρόβλημα της επικαιρότητας του Κομμουνιστικού Κόμματος στην επανάσταση στην ήπειρο ως οργάνωσης της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, τίθεται επί τάπητος το ζήτημα της εργατικής τάξης ως ιστορικού υποκειμένου και η αναγκαιότητα της αυτοτελούς πολιτικής οργάνωσης και δράσης της ως αναπόφευκτης προϋπόθεσης για τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Η βαθιά ιδεολογική κρίση που προέκυψε στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα μετά από την επικράτηση της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ έχει στο επίκεντρο αυτό το βασικό ζήτημα. Έκτοτε, η αναγκαιότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης άρχισε να θεωρείται ανέφικτος στόχος, γεγονός που οδήγησε στην υποβάθμιση της πολιτικής παρέμβασης των κομμάτων στην οργάνωση της ταξικής πάλης των εργαζόμενων και στην υπερεκτίμηση των αποσπασματικών κοινωνικών αγώνων που στερούνται ταξικού χαρακτήρα.

Η αποπρολεταριοποίηση των εργατικών κομμάτων, σε συνδυασμό με την υιοθέτηση μιας στρατηγικής της λεγόμενης «αντικαπιταλιστικής αντίστασης» χωρίς ταξικό περιεχόμενο, είχε αρνητικό αντίκτυπο στην πολιτική ικανότητα των εργαζόμενων να αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους ως αυτοτελή κοινωνική τάξη και να είναι σε θέση να ενωθούν και να αγωνιστούν για τα δικά τους συμφέροντα και στόχους ενάντια στον ταξικό τους αντίπαλο.

Σήμερα, βλέπουμε πώς πολλά κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα όχι μόνο δεν έχουν την ικανότητα να διακρίνουν τον αστικό χαρακτήρα των πολιτικών δυνάμεων που απαρτίζουν τον «προοδευτισμό», αλλά κάτω από τα ιδεολογικά αφηγήματα περί «αντιιμπεριαλιστικής αντίστασης», «μικρότερου κακού» και «γεωπολιτικού συμφέροντος» επιλέγουν να θυσιάσουν την πολιτική αυτοτέλεια του Κόμματος και της εργατικής τάξης, υποτάσσοντάς την στα αστικά συμφέροντα που αυτά τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ενσαρκώνουν.

Τα εργατικά κόμματα, πέφτοντας ιδεολογικά θύματα αυτού του ψευτοανταγωνισμού, ο οποίος με όρους «προοδευτισμού» εκφράζεται με τον εκβιασμό «ανθρωπότητα ή βαρβαρότητα» ή «ιμπεριαλισμός ή ανεξαρτησία», όχι μόνο αφήνουν την εργατική τάξη χωρίς εναλλακτικές, αλλά συμβάλουν στον στόχο της αστικής τάξης να αποσυνδέσει όλο το επαναστατικό και μετασχηματιστικό πολιτικό δυναμικό της ανεξάρτητης πάλης της εργατικής τάξης ως ιστορικού υποκειμένου της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Αυτή η επικίνδυνη διαδικασία της απόπειρας εξουδετέρωσης του επαναστατικού δυναμικού της εργατικής τάξης υποτάσσοντάς το στο πρόγραμμα της «προοδευτικής» σοσιαλδημοκρατίας έχει μερικές ακόμη επικίνδυνες συνέπειες για τους εργαζόμενους. Η πρώτη είναι ότι, δικαιολογώντας τις αντεργατικές και αντιλαϊκές πολιτικές των κυβερνήσεων του «προοδευτισμού», συγκαλύπτοντας τον αστικό χαρακτήρα της διαχείρισής τους με επιχειρήματα ιδεολογικής χειραγώγησης, όπως ο «κύριος αντίπαλος» ή το «γεωπολιτικό συμφέρον», συμβάλει στη δημιουργία μεγαλύτερης απογοήτευσης και σύγχυσης στα λαϊκά στρώματα και στην εργατική τάξη, διευκολύνοντας τον δρόμο για την επιρροή ακροδεξιών ιδεολογιών ώστε να αντιδραστικοποιήσουν τη συνείδηση των εργατικών μαζών.

Ένα πιο σοβαρό πρόβλημα που δημιουργείται από αυτήν την άκριτη στήριξη στον «προοδευτισμό», με τους ίδιους όρους που συμβαίνει και στο Φόρουμ του Σάο Πάολο, είναι η αποδυνάμωση του προλεταριακού διεθνισμού, δηλαδή της ικανότητας της παγκόσμιας εργατικής τάξης να ενισχύει δεσμούς, να ενώνει και να διατάσσει τις δυνάμεις της γύρω από μια κοινή στρατηγική πάλης ενάντια στον ταξικό αντίπαλο σε παγκόσμια κλίμακα.

Ο απαραίτητος διεθνισμός μεταξύ των εργατών της Λατινικής Αμερικής έχει αντικατασταθεί από την αλληλεγγύη με τα εθνικά κράτη που εκπροσωπούνται από τις «προοδευτικές» κυβερνήσεις. Με αυτόν τον τρόπο, οι εργαζόμενοι που αγωνίζονται σε αυτές τις χώρες ενάντια στα αντιλαϊκά προγράμματα προσαρμογής αυτών των κυβερνήσεων, όχι μόνο στερούνται της διεθνούς αλληλεγγύης ορισμένων εργατικών κομμάτων σε άλλες χώρες που προτάσσουν την αλληλεγγύη με αυτά τα καπιταλιστικά κράτη έναντι της αλληλεγγύης με τα ταξικά τους αδέρφια, αλλά συχνά γίνονται και αντικείμενο επιθέσεων και ιδεολογικής απαξίωσης στο όνομα ενός ψευδεπίγραφου «αντιιμπεριαλισμού», με τον οποίον προσπαθούν να αποκρύψουν την υποστήριξή τους σε ένα καταπιεστικό καπιταλιστικό κράτος.

Επομένως, ένας σημαντικός στόχος που επιτυγχάνεται από τον «προοδευτισμό» υπέρ της αστικής κυριαρχίας είναι να υψώνει εμπόδια στην άσκηση του προλεταριακού διεθνισμού και της ταξικής αλληλεγγύης στην ήπειρο.

Όπως επισημάναμε στις Πολιτικές Κατευθύνσεις, που υιοθετήθηκαν από το 16ο Εθνικό Συνέδριο του ΚΚ Βενεζουέλας, σχετικά με την ιδεολογική κρίση του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος:

«...Μπορούμε να ξεπεράσουμε αυτήν την κρίση μόνο εφόσον ενισχύσουμε την επιρροή μας στο εργατικό κίνημα στις χώρες μας, καταπολεμήσουμε τις ρεφορμιστικές και εθνικιστικές ιδέες στο εργατικό κίνημα, αντιμετωπίσουμε όλο τον ιδεολογικό αντιπερισπασμό που διαδίδει η “νέα αριστερά”, ο οποίος βασίζεται στη μη αναγνώριση του ρόλου της εργατικής τάξης ως επαναστατικού υποκειμένου, εφόσον αναπτύξουμε ταξική πολιτική δράση ανεξάρτητη από τα συμφέροντα της αστικής τάξης και των μικροαστών και παγιώσουμε τον διεθνισμό και την προλεταριακή αλληλεγγύη.
Το θεμελιώδες πρόβλημα των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων σήμερα συνοψίζεται στο εξής δίλημμα: Να διεξάγουν πολιτική δράση που περιορίζεται στον αγώνα για άτολμες μεταρρυθμίσεις που βελτιώνουν τους όρους πώλησης και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης της εργατικής τάξης στο πλαίσιο διαταξικών συμμαχιών ή να εκπληρώνουν τον ρόλο της οργάνωσης και καθοδήγησης του επαναστατικού δυναμικού της εργατικής τάξης, ώστε να πάρει την πολιτική εξουσία στα χέρια της και να γίνει η ηγέτιδα τάξη της κοινωνίας. Το τελευταίο είναι αυτό που ορίζει τον λόγο ύπαρξης ενός Κομμουνιστικού Κόμματος ως οργανωμένης πρωτοπορίας της εργατικής τάξης ως κοινωνικής τάξης για τον εαυτό της.»

Από αυτήν την άποψη, αναγκαίο και επείγον ζήτημα είναι να δημιουργηθεί ένας χώρος συνεργασίας, συζήτησης, πολιτικής μόρφωσης και συλλογικής οικοδόμησης των Κομμουνιστικών Κομμάτων και των εργατικών δυνάμεων της ηπείρου που κατανοούν τη σημασία της ανάκτησης της εφαρμογής του προλεταριακού διεθνισμού και της εργατικής αλληλεγγύης για την κοινή πάλη των εργαζόμενων της ηπείρου ενάντια στη στρατηγική της κυριαρχίας του κεφαλαίου, που ενσαρκώνεται απ’ όλα τα κόμματα του συστήματος: Σοσιαλδημοκράτες, «προοδευτικούς», φιλελεύθερους, συντηρητικούς, ελευθεριακούς κλπ.

Η οικοδόμηση ενός ταξικού σημείου αναφοράς για να διασωθεί η αυτοτέλεια της πολιτικής δράσης των εργαζόμενων της ηπείρου από τα αστικά κόμματα και τα καπιταλιστικά κράτη αποτελεί ζωτική ανάγκη για το κομμουνιστικό κίνημα στην περιοχή.

Η κρίση του καπιταλισμού είναι βαθιά, δεν πρέπει να επιτρέψουμε οι εργαζόμενοι και το εργατικό κίνημα να παραμείνουν δέσμιοι της αντιδραστικής ακροδεξιάς ρητορικής, καθώς η κατάρρευση της διαδικασίας συσσώρευσης ξεγυμνώνει τα παραδοσιακά κόμματα του αστικού πολιτικού συστήματος. Η επανάσταση στην ήπειρο θα είναι δυνατή μόνο αν η εργατική τάξη οργανωθεί και δράσει ανεξάρτητα από την αστική εξουσία και προετοιμαστεί για να εκμεταλλευτεί σε επαναστατική κατεύθυνση την εξελισσόμενη κρίση.

Η παρούσα κρίση δεν επιβεβαιώνει μόνο την κατάσταση της εργατικής τάξης ως μοναδικού επαναστατικού υποκειμένου αυτής της κοινωνίας, αλλά και τη σημασία και την αναγκαιότητα του Κομμουνιστικού Κόμματος ως μορφής πολιτικής οργάνωσης της πρωτοπορίας, που καλείται να εξασφαλίσει την αυτοτελή οργάνωση, την ταξική ενότητα και την πολιτική δράση της σύμφωνα με ένα πρόγραμμα συνεπές προς τα άμεσα συμφέροντα και την ιστορική της αποστολή: Το επαναστατικό ξεπέρασμα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.


[1] Σ.τ.Μ.: Libertarianism: Γνωστός και ως λιμπερταριανισμός.

[2] Σ.τ.Μ.: Partido Revolucionario Institucional (Θεσμικό Επαναστατικό Κόμμα). Αστικό πολιτικό κόμμα που ιδρύθηκε το 1929 ως εκφραστής και συνεχιστής των γεγονότων που έμειναν γνωστά ως Μεξικανική Επανάσταση 1910-1920. Κυβέρνησε στο Μεξικό αδιάλειπτα από το 1929 μέχρι το 2000 και ξανά την περίοδο 2012-2018.