Τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια, η κατάσταση της ταξικής πάλης στη Λατινική Αμερική έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές, που αξίζουν μια σε βάθος μελέτη από τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα. Η μελέτη αυτή έχει ως αφετηρία τις αλλαγές στη διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου, τις επιπτώσεις της στην εργατική τάξη, τις αλλαγές στο εσωτερικό των κομμάτων του αστικού συστήματος και τον ρόλο των κομμάτων της εργατικής τάξης στη διατήρηση της πολιτικής τους ανεξαρτησίας για την επιδίωξη των δικών τους συμφερόντων και της ιστορικής τους αποστολής.
Η κρίση των παραδοσιακών αστικών κομμάτων, η ανάδυση του «προοδευτισμού» της Λατινικής Αμερικής στα τέλη του προηγούμενου και στις αρχές αυτού του αιώνα, ο μετασχηματισμός των εμπορικών σχέσεων, όπου η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας έχει γίνει ο κύριος οικονομικός εταίρος της περιοχής της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής, η αποδυνάμωση και ο μετασχηματισμός της πολιτικής, οικονομικής και στρατιωτικής ηγεμονίας των ΗΠΑ στην ήπειρο, η αναζωπύρωση των υπερφιλελεύθερων και εθνικιστικών ρευμάτων, που εμφανίζονται ψευδεπίγραφα ως ο αντίθετος πόλος του «προοδευτισμού» που ενσαρκώνει η νέα σοσιαλδημοκρατία της περιοχής, είναι όλα συγκεκριμένα γεγονότα που έχουν μεταμορφώσει ριζικά την πραγματικότητα της ταξικής πάλης στην περιοχή σε σχέση με τον προηγούμενο αιώνα.
Ωστόσο, παρόλο που έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι της ιστορίας της περιοχής, υπάρχουν πολλά εργατικά κόμματα σε αυτήν που συνεχίζουν να αναπαράγουν μια στρατηγική και έναν λόγο σα να ίσχυαν ακόμα οι ίδιες συνθήκες με πριν τριάντα χρόνια.
Τα πάντα απλοποιούνται με τη θεωρία του «κύριου εχθρού». Αυτή βασίζεται στην παραδοχή της παντοδύναμης ηγεμονίας του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στις αδύναμες χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής, ο οποίος, με την υποστήριξη μιας δουλικής ντόπιας αστικής τάξης, περιορίζει την ελεύθερη ανάπτυξη και την ανεξαρτησία αυτών των εθνών. Από αυτήν την ανάλυση, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η μόνη έγκυρη στρατηγική για την εργατική τάξη της περιοχής είναι η προώθηση πλατιών διαταξικών συμμαχιών εθνικιστικού και πατριωτικού περιεχομένου, για να αντιμετωπιστεί η κυριαρχία του υποτιθέμενου «κύριου εχθρού» και των εσωτερικών «δούλων» του, όπου τα συμφέροντα και το πρόγραμμα της εργατικής τάξης επικαλύπτονται, θυσιάζονται ή αναβάλλονται για το αφηρημένο γενικό συμφέρον της «πατρίδας».
Αλλά η ιδεολογική αναστροφή της πραγματικότητας δεν τελειώνει εδώ. Γίνεται πιο σύνθετη, καθώς η τάση για όξυνση του ανταγωνισμού μεταξύ κεφαλαίων σε παγκόσμιο επίπεδο οδηγεί στην ενίσχυση των καπιταλιστικών πόλων που βρίσκονται σε ανταγωνισμό και αντιπαρατίθενται με τα παραδοσιακά κέντρα του μονοπωλιακού κεφαλαίου (ΗΠΑ-Ευρωπαϊκή Ένωση) και αυτός ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός ερμηνεύεται ως ανάδυση ενός «προοδευτικού» παγκόσμιου πόλου που, συγκρουόμενος με την ηγεμονία του «κύριου εχθρού», θεωρείται χρήσιμος για το συμφέρον της «ανθρωπότητας». Έτσι, η στρατηγική της υποταγής της εργατικής τάξης στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στο εσωτερικό των χωρών –που σήμερα αποκαλούνται «προοδευτικές»– επεκτείνεται και στην υποστήριξη ενός από τους καπιταλιστικούς πόλους που βρίσκονται σε σκληρό ανταγωνισμό για τον έλεγχο των αγορών, των πρώτων υλών και των εμπορικών δρόμων.
Από αυτήν την ανάλυση προκύπτει ο εξωραϊσμός του ρόλου των «προοδευτικών» κυβερνήσεων και άλλων δυνάμεων, όπως η Ρωσία, η Κίνα και το Ιράν, ως υποτιθέμενου ανταγωνιστικού πόλου προς τον κύριο εχθρό που πρέπει να νικηθεί, τον αμερικανικό και ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό. Αυτό τροφοδοτεί την ψευδαίσθηση μιας νέας, δικαιότερης παγκόσμιας τάξης πραγμάτων που θα προκύψει από τη νίκη κάποιων καπιταλιστών επί άλλων μέσα στο ίδιο σύστημα εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.
Ομοίως, εμφανίζονται θέσεις που δε διαφοροποιούν τις ιδιαιτερότητες των διαδικασιών εθνικής συσσώρευσης, εξισώνοντας ακόμη και τα συμφέροντα και τα σχέδια κυριαρχίας των καπιταλιστικών κρατών με άνισα επίπεδα ανάπτυξης.
Πέρα από την οπορτουνιστική αυταπάτη περί ύπαρξης «καλών» και «κακών» καπιταλιστικών κρατών, που αγνοούν τους αδυσώπητους νόμους της διαδικασίας συσσώρευσης του κεφαλαίου, τα μαρξιστικά-λενινιστικά κόμματα δεν μπορούν να παραβλέψουν τις αντιθέσεις εντός της αστικής εξουσίας σε παγκόσμια κλίμακα και τον τρόπο που αυτές πρέπει να αξιοποιηθούν από την εργατική τάξη στην παγκόσμια ταξική πάλη. Η εμπειρία της μπολσεβίκικης επανάστασης δίνει πολλά διδάγματα σχετικά με αυτό.