Για τον φασισμό και τον αντιφασισμό


Πάβελ Μπλάνκο Καμπρέρα, Α΄ Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚ Μεξικού

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο όρος φασισμός είναι εντελώς διαστρεβλωμένος, χρησιμοποιείται χαλαρά για να χαρακτηρίσει οποιαδήποτε κατασταλτική ενέργεια ή αντιδραστική πολιτική και αυτό προφανώς δημιουργεί σύγχυση. Αυτό συμβαίνει με πολιτικές δυνάμεις διαφορετικών πεποιθήσεων, αλλά και στο ίδιο το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα.

Ας δούμε μερικά παραδείγματα. Στις εκλογές του 2016 στις ΗΠΑ, το Δημοκρατικό Κόμμα πρότεινε για υποψήφια πρόεδρο τη Χίλαρι Κλίντον και οι Ρεπουμπλικάνοι τον Τραμπ. Έγινε λόγος για τον κίνδυνο φασισμού και για την ανάγκη συγκέντρωσης δυνάμεων υπέρ της Κλίντον και μεταξύ αυτών που ανταποκρίθηκαν ήταν και το ΚΚ ΗΠΑ, ενώ σε αυτό το πλαίσιο συντάχτηκαν προοδευτικοί διανοούμενοι από άλλες χώρες και τα λεγόμενα αριστερά κόμματα. Ο ίδιος συναγερμός σήμανε και στις εκλογές του 2020, όπου ο Τραμπ ήταν ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων και ο Μπάιντεν των Δημοκρατικών· και το ίδιο τώρα στις εκλογές του 2024 μεταξύ της Κάμαλα Χάρις και του Ντόναλντ Τραμπ, αν και σε αυτήν την περίπτωση δε χαρακτηρίστηκε φασίστας μόνο ο Ρεπουμπλικάνος υποψήφιος, αλλά υπήρξαν και εκείνοι που χαρακτήρισαν φασίστα την υποψήφια των Δημοκρατικών. Ούτε οι νίκες του Τραμπ σήμαναν την έλευση του φασισμού, ούτε οι ήττες του κάποιον λαϊκό θρίαμβο. Αυτό που είναι σαφές είναι ότι η κοινή ιμπεριαλιστική πολιτική των Δημοκρατικών και των Ρεπουμπλικάνων, παρά τις αποχρώσεις, παρέμεινε αμετάβλητη, ότι το ιμπεριαλιστικό κόμμα των Δημοκρατικών ξεπλύθηκε και ότι ο θρίαμβος του Μπάιντεν σήμαινε μια περίοδο περαιτέρω όξυνσης της αντιμεταναστευτικής πολιτικής, την έναρξη του ιμπεριαλιστικού πολέμου και τη συνενοχή του για τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη. Παραπέρα, στον ρυθμό αυτής της «αντιφασιστικής» γραμμής αυτήν τη δεκαετία αποδυναμώθηκαν οι θέσεις του εργατικού και λαϊκού κινήματος στις ΗΠΑ και επιδεινώθηκε η κρίση του κομμουνιστικού κινήματος στη σημαντική αυτή χώρα. Φυσικά και η κυβέρνηση Τραμπ, όπως και η κυβέρνηση Μπάιντεν πριν από αυτήν ή πριν από αυτήν του Ομπάμα, δηλαδή η εναλλαγή Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων, είναι ιμπεριαλιστική και επιζήμια για τους λαούς και τους εργαζόμενους και συγκρουόμαστε μαζί της, την αποκαλύπτουμε και κινητοποιούμαστε ενάντια στις συνέπειες που βιώνουν οι λαοί. Προβάλλουμε τις θέσεις μας ενάντια στη στρατηγική του κεφαλαίου και παλεύουμε για να βάλουμε τέλος σε αυτήν. Το ίδιο συμβαίνει και στη Βραζιλία, όπου η σοσιαλδημοκρατία και τα Κομμουνιστικά Κόμματα επίσης εξέφρασαν την άποψη ότι η νίκη του Μπολσονάρο ήταν ο θρίαμβος του φασισμού. Με τον ίδιο τρόπο χαρακτηρίστηκαν και τα πραξικοπήματα στη Βολιβία και στο Περού.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στη μεξικανική πολιτική, όπου οι οπορτουνιστικές δυνάμεις μιλούσαν πάντα για τον κίνδυνο του φασισμού που μας οδηγεί να συμμαχήσουμε με τη σοσιαλδημοκρατία, πριν πενήντα χρόνια γύρω από το PRI[1] και σήμερα γύρω από το MORENA. Στη δεκαετία του 1970, όταν το PRI κυβερνούσε μέσω του Λουίς Ετσεβερία, μετά από το πραξικόπημα στη Χιλή το 1973 και τα στρατιωτικά πραξικοπήματα στη Βραζιλία, στην Ουρουγουάη και στην Αργεντινή, στο πλαίσιο του ανταγωνισμού ανάμεσα στα μεξικανικά αστικά κόμματα ένα τμήμα της προοδευτικής διανόησης και το οπορτουνιστικό Λαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα έριξαν το σύνθημα «Ετσεβερία ή φασισμός». Στήριζαν έναν πρόεδρο που επιτέθηκε στα συνδικάτα, που ήταν υπεύθυνος για την καταστολή των μεγάλων φοιτητικών κινητοποιήσεων του 1968 και του 1971 και που ξεκίνησε τον λεγόμενο «βρόμικο πόλεμο», μια μεγάλης κλίμακας επιχείρηση καταστολής των αγώνων των αγροτικών πληθυσμών. Ήταν μια κυβέρνηση που απήγαγε, δολοφόνησε και εξαφάνισε χιλιάδες εργάτες, νέους και φοιτητές που οργανώνονταν για να αγωνιστούν. Είναι χαρακτηριστικό πως για εκείνους που δε σκοτώθηκαν από την κρατική αντεπαναστατική ομάδα που ονομαζόταν Λευκή Ταξιαρχία και πιάστηκαν ζωντανοί για να φυλακιστούν, η κατοχή μαρξιστικής λογοτεχνίας χρησιμοποιήθηκε ως επικίνδυνο αποδεικτικό στοιχείο εναντίον τους.

Η ίδια απειλή του φασισμού χρησιμοποιήθηκε και μεταξύ 2018 και 2024, όταν ήταν πρόεδρος ο σοσιαλδημοκράτης Λόπες Ομπραδόρ, και σχηματίστηκε ένα μπλοκ αστικών κομμάτων που αντιτάχτηκε σε ορισμένα από τα μέτρα του, παρόλο που στήριξαν άλλες πρωτοβουλίες του, όπως η δημιουργία της Εθνοφυλακής και η υπογραφή της Συμφωνίας Ελεύθερου Εμπορίου με τις ΗΠΑ και τον Καναδά (TMEC). Επρόκειτο για ένα μπλοκ κομμάτων, το ένα από αυτά μέλος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς (PRI), το άλλο χριστιανοδημοκρατικού χαρακτήρα (PAN) και το άλλο των πρώην συντρόφων του Ομπραδόρ, επίσης σοσιαλδημοκρατών (PRD). Δηλαδή, δεν υπάρχει κανένας τρόπος να τα χαρακτηρίσει κανείς, ούτε με βάση τους στόχους τους, ούτε με βάση την πολιτική τους πορεία, φασιστικές δυνάμεις, αν και είναι σαφώς αστικές δυνάμεις σε ένα εύρος που κυμαίνεται από φιλελεύθερο έως συντηρητικό. Για τους οπορτουνιστές το να χρησιμοποιούν τον κίνδυνο του φασισμού είναι μια καλή δικαιολογία για να στοιχίζονται πίσω από τη σοσιαλδημοκρατία, αποφεύγοντας τη μαρξιστική-λενινιστική ανάλυση ως οδηγό για να ερμηνεύσουν και να παρέμβουν στα γεγονότα. Στην προκειμένη περίπτωση, επρόκειτο για μια ενδοαστική αντιπαράθεση, μια διαμάχη για τη διαχείριση του καπιταλισμού στο Μεξικό.

Σε ένα άλλο επίπεδο, σε σοσιαλδημοκρατικούς χώρους, όπως το Φόρουμ του Σάο Πάολο, εδώ και δεκαετίες υποστηρίζεται ότι η νεοφιλελεύθερη διαχείριση του καπιταλισμού είναι μια φασιστική ή νεοφασιστική διαχείριση και ότι για να αντιμετωπιστεί απαιτούνται οι μέγιστες δυνατές προσπάθειες για την ενότητα, όπου κομμουνιστές, σοσιαλδημοκράτες και μη νεοφιλελεύθερες καπιταλιστικές εκφράσεις πρέπει να συσπειρωθούν μαζί.

Υπάρχει επίσης η επιχειρηματολογία ότι οι ΗΠΑ ως ιμπεριαλιστική χώρα είναι μια φασιστική χώρα[2] και ότι καθετί που αντιτίθεται σε αυτή συμπεριλαμβάνεται στο αντιφασιστικό μέτωπο. Είναι μια αντιεπιστημονική αντίληψη και μια επικίνδυνη τάση, ειδικά στις συνθήκες στις οποίες, με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ξέσπασε ένας πόλεμος ιμπεριαλιστικός και από τις δύο πλευρές. Έχει μια δόση ειρωνείας το γεγονός πως όσοι επέλεξαν το 2020 να υποστηρίξουν τον Μπάιντεν μέσα στις ΗΠΑ, αλλά και έξω από αυτές, ως μια επιλογή ενάντια στον φασισμό που υποτίθεται εκπροσωπούσε ο Τραμπ, προώθησαν αργότερα ένα αντιφασιστικό μέτωπο ενάντια στην αποφασιστικότητά του να υποστηρίξει τον Ζελένσκι και να ξεκινήσει τον πόλεμο.

Για τους κομμουνιστές, για τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία, η παρερμηνεία εννοιών όπως ο φασισμός ή η κατάχρησή του είναι ανεπίτρεπτη –δεν υποβαθμίζουμε, ούτε μετριάζουμε τα εγκλήματα και τη βαρβαρότητα του ιμπεριαλισμού με το να μην τον αποκαλούμε ανακριβώς φασισμό– ούτε μπορούμε να παραδεχτούμε να χρησιμοποιείται ο όρος ως ιδεολογικοπολιτικό στοιχείο για να ξεπλύνει το πρόσωπο ενός από τα μπλοκ των καπιταλιστικών χωρών που αντιπαρατίθενται σήμερα διεκδικώντας την αναβάθμιση της θέσης τους στο ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Αναφερόμαστε στη σύγκρουση μεταξύ των ΗΠΑ, της ΕΕ και των συμμάχων τους (π.χ., των χωρών της TMEC) από τη μια πλευρά και των λεγόμενων αναδυόμενων οικονομιών της καπιταλιστικής Κίνας, της Ρωσίας και των συμμάχων τους από την άλλη. Δεν πρόκειται για τον ανταγωνισμό μεταξύ δύο κόσμων, αλλά για αντιθέσεις μέσα στον ίδιο σάπιο κόσμο του καπιταλισμού, διαμάχη μπλοκ χωρών που βασίζονται στην εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, διαμάχη συμφερόντων των μονοπωλίων.

Οι ανταγωνισμοί αυτοί δεν περιορίζονται πλέον στα διπλωματικά πλαίσια ή σε οικονομικές και εμπορικές αντιπαραθέσεις, αλλά, όπως γνωρίζουμε, από τις 24 Φλεβάρη 2022 ξέσπασε ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος, αρχικά με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Από την αρχή, το ρωσικό κράτος θέλησε να παρουσιάσει τη στρατιωτική επίθεση ως αντιφασιστική πράξη και αναπτύσσει μια προπαγανδιστική γραμμή με αυτόν τον στόχο, προσπαθεί επίσης να ευθυγραμμίσει δυνάμεις κάτω από αυτήν τη σημαία.

Από την ανατροπή της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ το 1991, η αντεπανάσταση επέβαλλε καπιταλιστικές σχέσεις στη Ρωσία, η οποία σήμερα συγκαταλέγεται στις είκοσι πρώτες οικονομίες του κόσμου, αρκετά από τα μονοπώλιά της κυριαρχούν σε διάφορους κλάδους, όπως στην ενέργεια, και οι στόχοι της λεγόμενης Ειδικής Στρατιωτικής Επιχείρησης, που ανακοίνωσε ο πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν, δεν είναι άλλοι από την υπεράσπιση των συμφερόντων των μονοπωλίων της, των δρόμων μεταφοράς, των αγορών και των κερδών τους. Η καπιταλιστική Ρωσία είναι αναμφίβολα μια σημαντική χώρα με ισχυρή θέση στο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Γι’ αυτό και εμείς οι κομμουνιστές δε διστάζουμε να χαρακτηρίσουμε τον πόλεμο μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας ως ιμπεριαλιστικό πόλεμο, αλλά διάφορα διαβρωμένα από τον οπορτουνισμό κομμουνιστικά κόμματα, αντί να δουν το προφανές, δηλαδή έναν πόλεμο που είναι ιμπεριαλιστικός και από τις δύο πλευρές, παραδεχόμενα ότι η Ρωσία είναι καπιταλιστική χώρα, αρνούνται ότι τα συμφέροντά της είναι αυτά που την οδηγούν στη σύγκρουση και προβάλλουν ότι πρόκειται για πόλεμο κατά του φασισμού, υποστηρίζοντας έτσι τη μια πλευρά των καπιταλιστικών χωρών εναντίον της άλλης και εγκαταλείποντας τα μαθήματα που μας δίδαξαν ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι. Το θέμα είναι ότι από τότε τα λεγόμενα «αντιφασιστικά» φόρουμ έχουν αυξηθεί, όπως αυτό που πραγματοποιήθηκε στο Μινσκ τον Απρίλη του 2023 ή αυτό που πραγματοποιήθηκε τον Απρίλη του 2025 από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, στο οποίο προσκληθήκαμε ως κόμμα, αλλά αποφασίσαμε να απορρίψουμε την πρόσκληση με το σκεπτικό ότι αποσκοπεί στην ωραιοποίηση του ρόλου της καπιταλιστικής Ρωσίας και στην υποστήριξη του ιμπεριαλιστικού πολέμου.

Στην ίδια κατεύθυνση, υπό την αιγίδα της κυβέρνησης της Βενεζουέλας, σχηματίστηκε πρόσφατα κάτι που ονομάζεται «Αντιφασιστική Διεθνής», με τη συμμετοχή του Φόρουμ του Σάο Πάολο και του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς και, όπως ακριβώς η «Πέμπτη Διεθνής» που πρότεινε ο Ούγκο Τσάβες επί των ημερών του, είναι κάτι περισσότερο από μια οργανωτική δομή, είναι η υλοποίηση μιας σειράς πρωτοβουλιών για την υποστήριξη του Μαδούρο μετά από μια αμφισβητήσιμη εκλογική διαδικασία που παραβίασε τους ίδιους τους κανονισμούς της και που μεταξύ άλλων προβληματικών παραγόντων ήταν η επαίσχυντη δίωξη του Κομμουνιστικού Κόμματος Βενεζουέλας, στερώντας του το δικαίωμα συμμετοχής στις εκλογές και παραδίδοντας τον τίτλο του ΚΚ σε κάτι γκρουπούσκουλα μισθοφόρων.

Μπορούμε να επιβεβαιώσουμε ότι σήμερα, όταν μιλάμε για αντιφασιστικά και αντιιμπεριαλιστικά μέτωπα, μιλάμε στην πραγματικότητα για μια ιδεολογική κάλυψη για να στηριχτεί ένα από τα μπλοκ των καπιταλιστικών χωρών –το λεγόμενο μπλοκ της πολυπολικότητας– στην πορεία των σύγχρονων ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και για να σφυρηλατήσει τη συμμαχία με την προοδευτική ή νεοκενσιανή διαχείριση του καπιταλισμού.

Αυτό δε σημαίνει ότι υποτιμάμε τον φασισμό. Τον λαμβάνουμε υπόψη μας, μελετάμε τις εξελίξεις της ταξικής πάλης. Ο 20ός αιώνας και η δράση της Κομμουνιστικής Διεθνούς και κάθε τμήματός της μας παρέχουν στοιχεία που εμπλουτίζουν την αντίληψή μας.

Γνωρίζουμε ότι ο φασισμός είναι μια μορφή της εξουσίας των μονοπωλίων και διαχείρισης του καπιταλισμού, αναδύεται από τους κόλπους του και το οριστικό τσάκισμά του συνδέεται με την ανατροπή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η βαρβαρότητα και τα εγκλήματα του φασισμού στη δεκαετία του 1930 και κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου δεν πρέπει να ξεχαστούν. Οι κομμουνιστές ήταν τότε, είναι και θα είναι στην πρώτη γραμμή της μάχης κατά του φασισμού και κάθε άλλης μορφής διαχείρισης του καπιταλισμού. Μέρος του καθημερινού μας αγώνα είναι η ιστορική μνήμη της μεγάλης συμβολής της Σοβιετικής Ένωσης και των κομμουνιστών στην ήττα του φασισμού και στην απελευθέρωση των λαών που βρίσκονταν υπό φασιστικό ζυγό. Απορρίπτουμε την ιστορική διαστρέβλωση που αρνείται την καθοριστική συμβολή της ΕΣΣΔ, του Κόκκινου Στρατού, των παρτιζάνων και της αντίστασης –με πρωταγωνιστικό ρόλο των κομμουνιστών– στην Ευρώπη και στην Ασία. Καταβάλλουμε προσπάθειες για να ανατρέψουμε τη διεστραμμένη απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εξισώσει τον φασισμό με τον κομμουνισμό, που είναι αυτός που τον νίκησε και πλήρωσε υψηλό φόρο αίματος με εκατομμύρια εργάτες και κομμουνιστές που έδωσαν τη ζωή τους στα πεδία των μαχών, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στα μπουντρούμια, στα εκτελεστικά αποσπάσματα. Στην 80ή επέτειο της ήττας του φασισμού, τιμάμε τους συντρόφους μας στην ΕΣΣΔ, στη Γερμανία, στην Ιταλία, στη Γαλλία, στη Γιουγκοσλαβία, στην Τσεχοσλοβακία, στην Πολωνία, στην Ουγγαρία, στην Ελλάδα, στην Αλβανία, στην Ολλανδία, στο Βέλγιο, στη Ρουμανία, που, εξοπλισμένοι με ιστορική αισιοδοξία, χωρίς να υπολογίζουν θυσίες, έκαναν τα πάντα για να έρθει η μέρα της Νίκης.

Και παρόλο που ο αντι-Κομιντέρν Άξονας ηττήθηκε, ο φασισμός παραμένει ως εφεδρεία του συστήματος, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της κρίσης του καπιταλισμού, της αποσταθεροποίησής του, ως μια αντεπαναστατική δύναμη.

Υπάρχει όμως και ένα άλλο πρόβλημα που θα θέλαμε τουλάχιστον να σκιαγραφήσουμε –με την προϋπόθεση ότι η αντιμετώπισή του απαιτεί μια πιο βαθιά, λεπτομερή και τεκμηριωμένη μελέτη– και αυτό είναι το ζήτημα ότι, όταν μιλάμε για τον αγώνα κατά του φασισμού, σκεφτόμαστε σχεδόν μηχανικά το Λαϊκό Μέτωπο, δηλαδή το μέτωπο με τη σοσιαλδημοκρατία, με τις μη φασιστικές αστικές δυνάμεις και τις μη φασιστικές καπιταλιστικές χώρες.

Το 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1935 σηματοδότησε ένα σημείο καμπής σε σχέση με την επαναστατική στρατηγική που είχε διαμορφωθεί όχι μόνο από το 1919, όταν ιδρύθηκε η Γ΄ Διεθνής, αλλά και με τις θέσεις που διαμορφώνονταν σε αντίθεση με τον οπορτουνισμό και τον αναθεωρητισμό της αποσυντιθέμενης Β΄ Διεθνούς. Το γεγονός ότι δεν πραγματοποιήθηκε νέο συνέδριο, λόγω της λανθασμένης απόφασης να διαλυθεί η Κομιντέρν το 1943, οδήγησε στο να απολυτοποιηθεί και να θεωρηθεί αδιαμφισβήτητη μια τέτοια στρατηγική στροφή μέσα στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα, η οποία, αν αξιολογηθεί από την ιστορική άποψη, αποτελεί τη βάση μιας οπορτουνιστικής παρέκκλισης και ένα από τα θεμέλια της σημερινής κρίσης των Κομμουνιστικών Κομμάτων.

Από το 4ο Συνέδριο της Γ΄ Διεθνούς άρχισε στους κόλπους της η συζήτηση για τον χαρακτηρισμό του φασισμού. Από τα υλικά των συνεδρίων της, των ολομελειών της και από άλλα υλικά φαίνεται ότι ο ορισμός εμπλουτίζεται όχι μόνο για τον λεγόμενο κλασικό φασισμό, τον ιταλικό φασισμό, αλλά και για τον γερμανικό φασισμό και άλλες μορφές που παίρνει σε διάφορες χώρες. Ενδεικτική είναι η παρέμβαση του Έρκολι[3] στη 12η Ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς τον Σεπτέμβρη του 1932[4], καθώς και οι θέσεις που υιοθετήθηκαν με βάση την έκθεση του Κουούσινεν[5], όπου επισημαίνεται ότι ήδη στις γερμανικές κυβερνήσεις που προηγήθηκαν του Χίτλερ, με τον Μπρίνινγκ και τον Πάπεν, και με τη συνεργασία της σοσιαλδημοκρατίας, ο φασισμός είχε ήδη αξιοποιηθεί για τη συντριβή του μαζικού κινήματος, την υποχώρηση του επαναστατικού κινήματος και τη μείωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζόμενων. Δεν είναι επομένως σωστό να θεωρήσουμε ως μοναδική την επεξεργασία που παρουσιάστηκε στο 7ο Συνέδριο το 1935 από τον Γκεόργκι Ντιμιτρόφ, με επίκεντρο εξάλλου τη γερμανική παραλλαγή του φασισμού, και η οποία έχει αναχθεί σε καθολικό ορισμό. Για παράδειγμα, ο Ρ. Πάλμε Ντατ, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς και σημαντικό στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος Μ. Βρετανίας, έγραψε το Φασισμός και κοινωνική επανάσταση, ένα σημαντικό βιβλίο, όπου το 1934 ορίζει τον φασισμό ως μορφή εξουσίας και κυριαρχίας της αστικής τάξης, δηλαδή του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου στο σύνολό του, των μονοπωλίων και όχι ως τη μορφή που προτιμά το πιο αντιδραστικό τμήμα του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, που είναι η θέση που διατύπωσε ο Ντιμιτρόφ.

Στην πορεία των χρόνων, η Κομμουνιστική Διεθνής σκιαγράφησε τον φασισμό ως ένα εργαλείο που θα επέτρεπε στην άρχουσα τάξη να κάμψει την επαναστατική άνοδο της εργατικής τάξης και να πραγματοποιήσει τη συνεπή και σταθερή υλοποίηση της πολιτικής του κεφαλαίου, προκειμένου να αποτρέψει την αποσταθεροποίηση του συστήματος που προκάλεσε η Μεγάλη Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση, το επαναστατικό κύμα που ακολούθησε και η μεγάλη κρίση του 1929.

Αλλά, αν η ανακρίβεια στον χαρακτηρισμό του φασισμού μπορεί να είναι μια παρανόηση, το βασικό πρόβλημα είναι η στρατηγική γραμμή που υιοθετήθηκε στο τελευταίο συνέδριο της Κομιντέρν για την αντιμετώπιση του φασισμού, η οποία είναι η γραμμή του λαϊκού ή αντιφασιστικού μετώπου, μιας διαταξικής συμμαχίας με τη σοσιαλδημοκρατία, η οποία ήδη εκείνη την περίοδο ήταν μια πολιτική δύναμη ενσωματωμένη στο σύστημα, σε κομματικό ή κυβερνητικό επίπεδο, ενώ συμμαχία προβλεπόταν και με μη φασιστικά αστικά κόμματα και συμμετοχή όλων αυτών σε αντιφασιστικές κυβερνήσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο, απέναντι στον φασισμό προτάσσεται η υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας. Στην πραγματικότητα, αρκετά κόμματα που, μέσα από τον ηρωικό αγώνα τους, είχαν τις προϋποθέσεις για την κατάληψη της εξουσίας αποφάσισαν να περιοριστούν στην αποκατάσταση της αστικής δημοκρατίας με ορισμένες προεκτάσεις. Ανοίχτηκε η πόρτα στην οπορτουνιστική στρατηγική των ενδιάμεσων σταδίων. Δε συνδέθηκε ο στόχος της ήττας του φασισμού, δηλαδή μιας μορφής καπιταλιστικής διαχείρισης, με την κατάληψη της εξουσίας και τη Σοσιαλιστική Επανάσταση. Οι σύντροφοι του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, μέσα από την εμπειρία τους στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ως οργανωτές και ηγέτες της επιτυχημένης αντίστασης ενάντια στη ναζιστική-φασιστική κατοχή, έχουν καταθέσει συμπεράσματα όχι μόνο για μια σωστή ανάγνωση της ιστορίας του ΚΚΕ, αλλά και για τους σημερινούς και μελλοντικούς αγώνες.

Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα που άνοιξε ήταν η υποτίμηση του ρόλου του Κομμουνιστικού Κόμματος με τη θέση που παρουσιάστηκε για το ενιαίο κόμμα του προλεταριάτου, όπως οι συγχωνεύσεις των κομμουνιστών με τους σοσιαλδημοκράτες, αυτό που συνέβη στην Ισπανία σε επίπεδο νεολαίας με την Ενοποιημένη Σοσιαλιστική Νεολαία και στη μεταπολεμική περίοδο σε κόμματα όπως το ουγγρικό, το πολωνικό. Η Ιστορία έδειξε ότι σε τέτοια κόμματα, που προέκυψαν από αυτές τις συγχωνεύσεις, διατηρήθηκαν σοσιαλδημοκρατικά ρεύματα που τη δεκαετία του 1990 θα γίνονταν μέρος των αντεπαναστατικών δυνάμεων που αγωνίζονταν για τη νίκη της αντεπανάστασης.

Υπό αυτό το πρίσμα, ο μπραουντερισμός[6], που προκάλεσε τόση ζημιά, δεν ήταν παρέκκλιση, αλλά συνέπεια αυτής της γραμμής, την οποία είχε χαράξει η Svolta di Salerno[7], ο Τιτοϊσμός και στην οποία έχουν τις ρίζες τους ο ευρωκομμουνισμός και άλλες οπορτουνιστικές εκδηλώσεις.

Επομένως, ο σωστός ορισμός είναι σημαντικός για την επεξεργασία της επαναστατικής πολιτικής κατά του φασισμού. Εάν ο φασισμός αποτελεί μια μορφή διαχείρισης της δικτατορίας του κεφαλαίου, τότε δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί σε συμμαχία με τα κόμματα που υποστηρίζουν την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία, την άλλη μορφή της δικτατορίας του κεφαλαίου. Ομοίως, οι δύο μορφές (κοινοβουλευτική δημοκρατία και φασισμός) δε χωρίζονται από «σινικά τείχη». Υπήρξαν και εξακολουθούν να υπάρχουν απαγορεύσεις των Κομμουνιστικών Κομμάτων και της συνδικαλιστικής δράσης και σε πολλές αστικές δημοκρατίες της Ευρώπης.

Η γραμμή των λαϊκών μετώπων οδήγησε το επαναστατικό εργατικό κίνημα στην ήττα και δημιούργησε στην Ευρώπη τις συνθήκες για τη μετατροπή ορισμένων Κομμουνιστικών Κομμάτων σε ευρωκομμουνιστικά (Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία).

Τέθηκαν τα θεμέλια για μια γραμμή που είναι προγραμματικά παγιδευμένη στη στρατηγική των ενδιάμεσων σταδίων, η οποία έχει προδιάθεση για συγχώνευση (διάλυση) με άλλες οργανώσεις και, ακόμη και αν δεν έχει αντιφασιστικό χαρακτήρα, πιέζει για κοινά μέτωπα με την αστική τάξη.

Μια κληρονομιά που πρέπει να απαρνηθούμε προκειμένου να τεθούν τα θεμέλια για μια επαναστατική στρατηγική. Ο πραγματικός αγώνας ενάντια στον φασισμό εντάσσεται μόνο σε έναν αγώνα ενάντια στη στρατηγική του κεφαλαίου, τη συγκέντρωση δυνάμεων για τη νίκη της Σοσιαλιστικής Επανάστασης.


[1] Σ.τ.Μ.: Partido Revolucionario Institucional (Θεσμικό Επαναστατικό Κόμμα). Αστικό πολιτικό κόμμα που ιδρύθηκε το 1929 ως εκφραστής και συνεχιστής των γεγονότων που έμειναν γνωστά ως Μεξικανική Επανάσταση 1910-1920. Κυβέρνησε στο Μεξικό αδιάλειπτα από το 1929 μέχρι το 2000 και ξανά την περίοδο 2012-2018.

[2] Έτσι, για παράδειγμα, το Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα Ρωσίας προώθησε την ατυχή ιδέα του «εξαγώγιμου φασισμού», μια πρώτη έκφραση της οπορτουνιστικής και σοσιαλσοβινιστικής χρεοκοπίας μιας οργάνωσης που για πολλά χρόνια υποστήριξε σωστές θέσεις, τις οποίες, όμως, απαρνήθηκε.

[3] Σ.τ.Μ.: Ψευδώνυμο του Παλμίρο Τολιάτι, ΓΓ του Ιταλικού ΚΚ από το 1927 έως το 1964, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΚΔ μέχρι την αυτοδιάλυσή της το 1943.

[4] Ercoli, «Η σχετική σταθεροποίηση του καπιταλισμού και η ιταλική πολιτική κατάσταση», στο The Communist International, τεύχ. 7, Οκτώβρης 1932, Βαρκελώνη. Μέσα από την ανάλυση του φασισμού στην Ιταλία και στη Γερμανία, καταρρίπτονται απόλυτες γενικεύσεις που είναι ευρέως διαδεδομένες σήμερα, για παράδειγμα, ο φασισμός δεν αποβάλλει αναγκαστικά (τουλάχιστον αρχικά) την αστική δημοκρατία, ούτε το κοινοβούλιο· ακόμη και η πιο άγρια φασιστική δικτατορία μπορεί να φλερτάρει με τον κοινοβουλευτισμό και την παρουσία κομμάτων· η χρησιμότητά του επιβεβαιώνεται στο ότι υποτάσσει στον έλεγχό του μάζες μικροαστικών στρωμάτων της πόλης και πλούσιων και μεσαίων αγροτών, στην Ιταλία δεν είχε καμιά υποστήριξη από την εργατική τάξη, αλλά στη Γερμανία είχε την υποστήριξη ενός μέρους της, των άνεργων.

[5] Σ.τ.Μ.: Ότο Βίλε Κουούσινεν, φινλανδικής καταγωγής μπολσεβίκικο στέλεχος. Υπήρξε Γραμματέας της ΚΔ και μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΣΕ.

[6] Σ.τ.Μ.: Εκ του Ερλ Μπράουντερ, ΓΓ του ΚΚ ΗΠΑ από το 1930 έως το 1945. Ηγήθηκε οπορτουνιστικής-λικβινταριστικής πλατφόρμας για την αυτοδιάλυση του ΚΚ ΗΠΑ. Διαγράφηκε το 1946.

[7] Σ.τ.Μ.: Η Στροφή του Σαλέρνο. Έτσι ονομάστηκε η πρωτοβουλία του Παλμίρο Τολιάτι, ΓΓ του Ιταλικού ΚΚ, τον Απρίλη του 1944 για εξεύρεση συμβιβασμού ανάμεσα στις αντιφασιστικές δυνάμεις, στη μοναρχία και στον στρατηγό Μπαντόλιο, που είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση μετά από την ανατροπή του Μουσολίνι. Οδήγησε σε σχηματισμό κυβέρνησης έξι κομμάτων, συμπεριλαμβανομένου του Ιταλικού ΚΚ, υπό τον Μπαντόλιο.