Women in Russia and their involvement in social struggles, protests and in the class struggle

  • 3/24/18 2:32 PM

Η κατάσταση των γυναικών και η θέση τους στην κοινωνική, τη διεκδικητική και την ταξική πάλη στη σύγχρονη Ρωσία

 

Βασιλίνα Φιοντόροβα, μέλος της ΚΕ του ΚΕΚΡ

 

Εισαγωγή

Γιατί υπάρχει σήμερα στον κόσμο η έννοια «γυναικείο κίνημα»;

Επειδή η οικογένεια αποτελεί την οικονομική μονάδα της κοινωνίας. Στις συνθήκες των σχέσεων ατομικής ιδιοκτησίας η λειτουργία της αναπαραγωγής, της γέννησης παιδιών κάνει τη γυναίκα εξαρτημένη και πολύ περισσότερο ανελεύθερη από τον άνδρα. Επειδή στην καπιταλιστική κοινωνία υπάρχει εκμετάλλευση και ανισότητα, που υφίσταται ιδιαίτερα η γυναίκα.

Γιατί από τη Ρωσία ειδικά το γυναικείο κίνημα θέλει να ακούσει απαντήσεις για ερωτήματα ζωτικής σημασίας;

Για τον ίδιο λόγο, που το ζητά και το εργατικό κίνημα – η Ρωσία είδε το μέλλον, το σοσιαλισμό, έζησε σε συνθήκες σοσιαλιστικές. Σε συνθήκες απελευθέρωσης από την εκμετάλλευση ανθρώπων από ανθρώπους και των συνεπειών της. Ο σοσιαλισμός στην ανάπτυξή του απελευθερώνει τη γυναίκα από πολλές φροντίδες του νοικοκυριού για την ανάπτυξη αυτής της ίδιας, των κοινωνικών, πραγματικά ανθρώπινων ικανοτήτων και αναγκών της. Το παγκόσμιο γυναικείο κίνημα γι’ αυτό παρακολουθεί με μεγάλη προσοχή τις γυναίκες από τη Ρωσία. Και εμείς γι’ αυτό πρέπει να απαντήσουμε σε ορισμένα κύρια ερωτήματα του γυναικείου κινήματος.

 

1. Η ιστορία της εμφάνισης και της ανάπτυξης του γυναικείου κινήματος στη Ρωσία.

1.1. Η εμφάνιση του γυναικείου κινήματος στη Ρωσία, ο ρόλος των γυναικών στο επαναστατικό κίνημα.

Το γυναικείο κίνημα στη Ρωσία εμφανίστηκε τα χρόνια της κρίσιμης κατάστασης του 1859-1861, ως μέρος του ρωσικού κοινωνικού κινήματος των μορφωμένων στρωμάτων της εποχής της πτώσης της δουλοπαροικίας. Η ιδιαιτερότητά του στη Ρωσία οφείλεται στις ιδιαιτερότητες της ιστορικής ανάπτυξης της χώρας. Η διεκδίκηση πολιτικών και αστικών ελευθεριών, που ήταν παρούσα στο γυναικείο κίνημα της Δύσης, στις συνθήκες της απολυταρχικής Ρωσία αποτελούσε σύνθημα του πανδημοκρατικού κινήματος. Από τη μια, αυτό καθόρισε τον περιορισμένο χαρακτήρα των αιτημάτων του γυναικείου κινήματος στη Ρωσία, από την άλλη αποτελούσε την αιτία της δραστήριας συμμετοχής των γυναικών στο απελευθερωτικό κίνημα, ξεκινώντας από την περίοδο ραζνοτσίνι (περίοδος ανάπτυξης του κινήματος στα μέσα του 19ου αιώνα). Εκείνη την εποχή το γυναικείο κίνημα στη Ρωσία αναπτυσσόταν κυρίως στο περιβάλλον των γυναικών των προνομιούχων τάξεων, είχε συνολικά αστικό - διαφωτιστικό χαρακτήρα και αποτελούσε μια ιδιαιτερότητα του φεμινισμού εκείνης της εποχής. Ωστόσο η μεγάλη επίδραση στην κοινωνία του δημοκρατικού Τύπου (Κόλοκολ, Σοβρεμένικ, Ρούσκογιε σλόβο, Ίσκρα, και αργότερα Οτέτσεστβενιγιε ζαπίσκι, Ντέλο κ.ά.), όπως επίσης η εγγύτητα πολλών παραγόντων του γυναικείου κινήματος με τους επαναστατικούς κύκλους εισήγαγε σε αυτό σοσιαλιστικά στοιχεία. Τα αιτήματα για πολιτική ισονομία των γυναικών εμφανίστηκαν αργότερα – μόνο την εποχή της επανάστασης του 1905-1907. Με το ξεκίνημα του προλεταριακού σταδίου του απελευθερωτικού κινήματος στα τέλη του 19ου αιώνα εμφανίζεται και το κίνημα των εργατριών, που αποτελούσε συστατικό τμήμα του εργατικού κινήματος και γινόταν βαθμιαία η πρωτοπορία του γυναικείου κινήματος.

Ο πρώτος πυρήνας του γυναικείου κινήματος στη Ρωσία ήταν ο κύκλος της Μ.Β. Τρουμπνίκοβα, που πήρε μέρος στη δημιουργία των κυριακάτικων σχολείων στην Πετρούπολη. Η «γυναικεία τριαρχία» (Ν.Β. Στάσοβα, Μ.Β. Τρουμπνίκοβα, Α.Π. Φιλοσόφοβα) που εμφανίστηκε σε αυτόν τον κύκλο έγινε για πολλά χρόνια το κέντρο των πρωτοβουλιών του γυναικείου κινήματος. Το 1859 εμφανίστηκε ο φιλανθρωπικός «Σύλλογος φθηνών διαμερισμάτων και άλλων βοηθημάτων στους έχοντες ανάγκη κατοίκους της Αγίας Πετρούπολης» (πρώτη πρόεδρος η Μ.Β. Τρουμπνίκοβα), στον οποίο αργότερα δημιουργήθηκαν εργαστήρια, κοινωνικές κουζίνες, σχολεία, παιδικοί σταθμοί. Η εμφάνιση της Α. Ν. Ένγκελγκαρντ, συζύγου γνωστού χημικού και αγρονόμου, πίσω από τον πάγκο ενός βιβλιοπωλείου, έγινε δεκτή ως αξιοσημείωτο γεγονός.

Διάφορες γυναίκες από την κατώτερη αριστοκρατία και τα εύπορα στρώματα γίνονται μεταφράστριες, βιβλιοδέτες, σελιδοποιοί, αυξάνεται ο ρόλος τους στη δημοσιογραφία. Εμφανίζονται τα πρώτα γυναικεία αρτέλ – τα βιβλιοδετεία της Β. Ι. Πετσάτκινα και της Β.Α. Ινοστράντσεβα στην Πετρούπολη, το εργαστήρια ραπτικής των αδελφών Ιβάνοφ στη Μόσχα κοκ, που συνδέονταν με επαναστατικές οργανώσεις. Το 1863 με πρωτοβουλία της Τρουμπνίκοβα και της Στάσοβα ιδρύεται με συνεταιριστικές αρχές το «Εκδοτικό αρτέλ» (λειτούργησε μέχρι το 1871), μια εταιρεία μεταφραστριών. Η συμμετοχή στην κοινωνική εργασία δημιουργούσε τις συνθήκες για την οικονομική αυτοτέλεια της γυναίκας που προερχόταν από τη διανόηση. Η τάση απελευθέρωσης από την κηδεμονία του συζύγου, με δεδομένη τη δυσκολία διάλυσης του θρησκευτικού γάμου, οδήγησε στην αύξηση των πολιτικών γάμων. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1860, διαδόθηκαν οι εικονικοί γάμοι, που είχαν στόχο την απελευθέρωση από τη γονική κηδεμονία. Μεγάλη σημασία για την απελευθέρωση της γυναίκας από την οικογενειακή καταπίεση είχαν τα κοινόβια-κομμούνες, με γνωστότερο από αυτά την κομμούνα Ζνεμιόνσκαγια του Β.Α. Σλεπτσόφ στην Πετρούπολη.

Ένα σημαντικό επεισόδιο της πάλης για την παιδεία των γυναικών ήταν η προσέλευση νέων γυναικών ως ακροατών στο πανεπιστήμιο της Πετρούπολης (1859-1861) και στην ακαδημία Ιατρικής και χειρουργικής (1862-1864). Ανάμεσα στις πρώτες φοιτήτριες ήταν η Ν. Ι. Κορσίνι (Ούτινα), η Ε. Ι. Κορσίνι (Βισκοβάτοβα), η Μ.Α. Μπογκντάνοβα (Μπίκοβα), η Α. Π. Μπλιούμερ (Κραφτσόβα), η Μ.Α. Μπόκοβα (Σετσένοβα), η Ν. Π Σούσλοβα (Ερισμάν), η Ε. Φ. Τολστάγια (Γιούνγκε), η Μ. Μ. Κορκουνόβα (Μανασέινα), η πλειοψηφία των οποίων συμμετείχε στο επαναστατικό κίνημα της δεκαετίας του ´60 του 19ου αιώνα, και στη συνέχεια έγιναν γνωστές στην κοινωνική δραστηριότητα. Το 1868 με πρωτοβουλία της Τρουμπνίκοβα, της Φιλοσόφοβα και της Στάσοβα επιδόθηκε αίτημα, με πάνω από 400 υπογραφές γυναικών, στον πρύτανη του πανεπιστημίου της Πετρούπολης να επιτραπεί η φοίτηση των γυναικών στο πανεπιστήμιο. Το 1869 άνοιξαν μαθήματα για προγράμματα γυμναστικής (στο Αλαρτσίνσκ στην Πετρούπολη και στο Λιουμπιάνσκ στη Μόσχα), που είχαν προπαρασκευαστικό χαρακτήρα. Με την υποστήριξη 43 καθηγητών: των Μπεκέτοφ Ν.Ι. Μεντελέγιεφ, Α.Σ Φαμίντσιν, Ι.Μ Σετσένοφ, Α.Π. Μποροντίν και άλλων, τον Δεκέμβρη του 1869 δόθηκε άδεια του υπουργού παιδείας για το άνοιγμα γυναικείων τάξεων στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα (οι λεγόμενες τάξεις Βλαντίμιρσκ στην Πετρούπολη, που ξεκίνησαν τη δουλειά το 1870). Η ανώτατη γυναικεία εκπαίδευση στη Ρωσία έχει την αρχή της στο άνοιγμα των ανώτατων γυναικείων τάξεων του Β.Ι. Γκεριέ στη Μόσχα (1872) και των ανώτατων μαθημάτων για γυναίκες του Μπεστούζεφ στην Πετρούπολη (1878).

Στα τέλη του 19ου αιώνα εμφανίζεται σειρά γυναικείων φιλανθρωπικών οργανώσεων: «Σύλλογος προστασίας νεαρών εργατριών» (1897), «Σύλλογος βελτίωσης της ισονομίας των γυναικών», που διεξήγε το Δεκέμβρη του 1912 στην Πετρούπολη το 1ο Πανρωσικό συνέδριο για την εκπαίδευση των γυναικών. Συνεπώς, με την ανάπτυξη του επαναστατικού κινήματος στη Ρωσία και το γυναικείο κίνημα από καθαρά φεμινιστικό βαθμιαία αποκτά όλο και περισσότερο ταξικό χαρακτήρα.

Στις 9 Μάρτη του 1913 στη Ρωσία γιορτάστηκε για πρώτη φορά η «Ημέρα των εργατριών» - η παγκόσμια ημέρα των γυναικών. Με πρωτοβουλία του Β.Ι. Λένιν το 1914 δημιουργήθηκε το περιοδικό «Εργάτρια», στη σύνταξη του οποίου μπήκαν οι Ν.Κ. Κρούπσκαγια, Ι.Φ Αρμάντ, Α.Ι. Ελιζάροβα-Ουλιάνοβα και άλλες.

Στις 23 Φλεβάρη (8 Μάρτη) του 1917 οι εργάτριες βγήκαν στους δρόμους της Πετρούπολης για να διαμαρτυρηθούν εναντίον της πείνας και του πολέμου. Αυτή η διαδήλωση αποτέλεσε την αρχή της αστικοδημοκρατικής επανάστασης του Φλεβάρη του 1917. Τον Αύγουστο του 1917, στο περιφερειακό γραφείο Μόσχας του ΣΔΕΚΡ(μπ) δημιουργήθηκε επιτροπή για τη δουλειά ανάμεσα στις εργαζόμενες γυναίκες.

 

1.2. Ο ρόλος των γυναικών στην οικοδόμηση του σοσιαλιστικού κράτους.

Οι κατακτήσεις του σοσιαλισμού.

Η νίκη της Μεγάλης Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης έδωσε τη δυνατότητα να λυθεί πλήρως και ριζικά το γυναικείο ζήτημα στη Ρωσία. Το γυναικείο κίνημα έγινε εργατο-αγροτικό με καθήκοντα ολόπλευρης συμβολής στη σοσιαλιστική οικοδόμηση, υπεράσπισης της σοσιαλιστικής Πατρίδας, προσέλκυσης όλων των γυναικών σε δραστήρια πολιτική και κοινωνική δραστηριότητα. Τον Νοέμβρη του 1918 στη Μόσχα με πρωτοβουλία των Ι.Φ. Αρμάντ, Α.Μ Κολοντάι και Κ.Ν. Σαμοΐλοβα συγκλήθηκε το 1ο Πανρωσικό συνέδριο εργατριών και αγροτισσών, στο οποίο μίλησε ο Β.Ι. Λένιν. Το συνέδριο καθόρισε τη θέση των γυναικών στην πάλη για τον σοσιαλισμό και έθεσε τις οργανωτικές βάσεις του γυναικείου κινήματος στις σοβιετικές συνθήκες. Στη σύνθεση των κεντρικών και τοπικών κομματικών οργάνων δημιουργήθηκαν γυναικεία τμήματα.

Στο πρόγραμμα του ΚΚΡ(μπ), που ψηφίστηκε στο 8ο συνέδριο του κόμματος το 1919, τονιζόταν ότι το κόμμα δεν περιορίζεται στην αποδοχή της τυπικής νομικής ισοτιμίας των γυναικών, αλλά προσπαθεί να την υλοποιήσει στην πράξη, απελευθερώνοντας τη γυναίκα από τα βάρη του νοικοκυριού και τραβώντας την σε όλες τις σφαίρες της ζωής της νέας κοινωνίας. Το κόμμα εγγυήθηκε την κρατική προστασία της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας. Το 9ο συνέδριο του ΚΚΡ(μπ) έστρεψε την προσοχή του στο τράβηγμα των εργατριών και των αγροτισσών στη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Στην ημερήσια διάταξη του 11ου, 12ου και 13ου συνεδρίου του κόμματος υπήρχαν επίσης ζητήματα του γυναικείου κινήματος. Βασική μορφή του γυναικείου κινήματος στην ΕΣΣΔ τις δεκαετίες του ‘20 και του ‘30 ήταν οι συνελεύσεις αντιπροσώπων. Αυτές οργανώνονταν στις επιχειρήσεις και για τις νοικοκυρές στα τοπικά Σοβιέτ. Στην Κεντρική Ασία και τον Καύκασο το κίνημα αναπτυσσόταν ξεπερνώντας τεράστιες δυσκολίες. Μεγάλη βοήθεια τού έδωσε η απόφαση του οργανωτικού γραφείου της ΚΕ του ΠΚΚ(μπ) «Για τα άμεσα καθήκοντα στον τομέα της δουλειάς στις εργάτριες, τις αγρότισσες και τις εργαζόμενες γυναίκες της Ανατολής» (Δεκέμβρης 1924). Εδώ, παράλληλα με τις συνελεύσεις αντιπροσώπων δημιουργούνταν γυναικείες λέσχες, «κόκκινες γωνιές» και άλλα ιδρύματα. Σε αυτά δίδασκαν γράμματα στις γυναίκες, τους έδιναν ιατρικές συμβουλές, τις εξοικείωναν με τον πολιτισμό. Στις γυναικείες λέσχες αναπτύσσονταν οι πρώτες ακτιβίστριες, που έμπαιναν στο κόμμα, πήγαιναν να φοιτήσουν στα εργατικά σχολεία, στα πανεπιστήμια, έπαιρναν διορισμό για εργοστάσια και φάμπρικες. Το 1926 συνήλθε η 1η Πανενωσιακή σύσκεψη εργαζομένων των γυναικείων λεσχών. Το σοβιετικό γυναικείο κίνημα είχε ευρεία αντανάκλαση στις σελίδες του περιοδικού Τύπου. Δημιουργήθηκαν ειδικά περιοδικά για τις γυναίκες: «Κομμουνίστρια» (1920), «Αγρότισσα» (1922), «Εργάτρια» (1923), «Εργαζόμενη της κοινωνικής σφαίρας» (1936).

Τον Οκτώβρη του 1927 συνήλθε το 2ο Πανενωσιακό συνέδριο εργατριών και αγροτισσών, που διατύπωσε την άνοδο της δραστηριότητας των γυναικών σε όλους τους τομείς της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, την άνοδο της πολιτικής τους συνείδησης. Ο αριθμός των γυναικών αντιπροσώπων στα συνέδρια των Σοβιέτ κατά την περίοδο 1922-27 αυξανόταν στα χωριά, τις επαρχίες και τους νομούς κατά 3-8 φορές. Το 1927 συγκλήθηκε Πανενωσιακό συνέδριο εργατριών και αγροτισσών – μελών Σοβιέτ. Το 1931 πραγματοποιήθηκε Πανενωσιακή σύσκεψη για τη γυναικεία εργασία. Η κολλεκτιβοποίηση της αγροτικής οικονομίας προκάλεσε άνοδο του γυναικείου κινήματος στο χωριό. Οργανώνονταν συνελεύσεις αντιπροσώπων των γυναικών κολχόζνικων, γίνονταν γυναικείες παραγωγικές συσκέψεις στα αγροτικά σοβιέτ και τα κολχόζ. Το 1933 εμφανίστηκε το κίνημα των συζύγων-κοινωνικών ακτιβιστριών για την κουλτούρα στην παραγωγή και την καθημερινή ζωή, που συνέβαλε στο τράβηγμα στη δραστήρια κοινωνική και παραγωγική δραστηριότητα σημαντικού αριθμού γυναικών – νοικοκυρών. Μια από τις μορφές του γυναικείου κινήματος της δεκαετίας του ‘30 ήταν η απόκτηση αντρικών ειδικοτήτων (οδηγοί τρακτέρ Π.Ν. Ανγκελίνα, Π.Ν. Καβαρντάκ, μηχανοδηγός Ζ.Π. Τρόιτσκαγια κ.ά.). Με πρωτοβουλία της Β.Σ. Χεταγκούργκοβα οι σοβιετικές κοπέλες (Χεταγκούργκοφκες) άρχισαν να συμμετέχουν δραστήρια στην κατάκτηση της Άπω Ανατολής. Το 1936 πραγματοποιήθηκαν Πανενωσιακές συσκέψεις συζύγων οικονομικών και τεχνικών στελεχών της βαριάς βιομηχανίας και συζύγων του κομματικού δυναμικού του Κόκκινου Στρατού.

Τα προπολεμικά χρόνια οι σοβιετικές γυναίκες εντάχθηκαν δραστήρια στο διεθνές δημοκρατικό γυναικείο κίνημα. Το 1934 οι σοβιετικές γυναίκες συμμετείχαν στο παγκόσμιο συνέδριο γυναικών εναντίον του πολέμου και του φασισμού. Μια από τις οργανώτριες αυτού του συνεδρίου ήταν η Ε.Ν. Στάσοβα. Το συνέδριο ίδρυσε τη Διεθνή Γυναικεία Επιτροπή.

Τις ημέρες του Μεγάλου Πατριωτικού πολέμου 1941-1945, εκατομμύρια σοβιετικές γυναίκες αντικατέστησαν στη λαϊκή οικονομία τους άντρες που είχαν φύγει στο μέτωπο. Πάνω από 1 εκατομμύριο κολχόζνικες απέκτησαν το επάγγελμα του οδηγού τρακτέρ, κομπάιν, μηχανικού, πάνω από 200 χιλιάδες έγιναν επικεφαλής βάρδιας και πρόεδροι κολχόζ. Πάνω από 1 εκατομμύριο γυναίκες πήρε άμεσα μέρος στις μάχες με τους φασίστες κατακτητές στο μέτωπο και στα παρτιζάνικα τμήματα. Στις 7 Σεπτέμβρη 1941 στη Μόσχα πραγματοποιήθηκε η 1ο Αντιφασιστική γυναικεία συνάντηση, που ψήφισε την έκκληση «Στις γυναίκες όλου του κόσμου!», που καλούσε σε ενίσχυση της πάλης με το φασισμό και τη δημιουργία ενιαίου μετώπου πάλης ενάντια στο χιτλερισμό. Το Σεπτέμβρη του 1941 ιδρύθηκε η Αντιφασιστική επιτροπή σοβιετικών γυναικών (από το 1956 – Επιτροπή σοβιετικών γυναικών, που εκδίδει από το 1945 το περιοδικό «Σοβιετική γυναίκα»). Στις 10 Μάη 1942 πραγματοποιήθηκε η 2η Αντιφασιστική γυναικεία συνάντηση (Πανενωσιακή συνάντηση γυναικών που πήραν μέρος στον Πατριωτικό πόλεμο), που ψήφισε τα καλέσματα «Προς τις γυναίκες όλου του κόσμου» και «Από τις γυναίκες της Μόσχας στις γυναίκες του Λονδίνου».

Οι γυναίκες μπόρεσαν να αντικαταστήσουν τους άντρες σε πολλά «αντρικά» θέματα, και για τον λόγο ότι κατέκτησαν ένα ίσο με τους άντρες επίπεδο εκπαίδευσης, πνευματικής ανάπτυξης, λόγω του υγιούς τρόπου ζωής και του μπολιάσματος της φυσικής αγωγής ήταν ανεπτυγμένες από φυσική άποψη και είχαν αντοχή, όπως προέβλεπε το γενικό κρατικό σύμπλεγμα ΓΤΟ («έτοιμος για δουλειά και άμυνα»).

Τα βάρη και η ένταση της πολεμικής περιόδου άφησαν την ιδιαίτερη σφραγίδα τους στο οικογενειακό δίκαιο, που χαρακτηριζόταν από αρκετά σοβαρές αλλαγές, με κατεύθυνση την ενίσχυση του θεσμού του γάμου, τη στήριξη των πολύτεκνων οικογενειών, την αύξηση της γεννητικότητας, πράγμα που είχε πρωταρχική σημασία εκείνη τη στιγμή. Έτσι, από την 1 Οκτώβρη 1941 εισήχθη νέος φόρος στους ανύπαντρους και τους άτεκνους πολίτες.

Επιβλήθηκε φόρος στους ανύπαντρους και έγγαμους χωρίς παιδιά, στους πολίτες άντρες από 20 μέχρι 50 ετών και στις γυναίκες από 20 μέχρι 45 ετών:

α) με μισθό έως 150 ρούβλια – 5 ρούβλια το μήνα

β) με μισθό πάνω από 150 ρούβλια – 5% του μισθού.

Οι έγκυες γυναίκες έπαιρναν επιπλέον μερίδες. Στις συνθήκες του πολέμου ήταν αναγκαίο να υπάρχει φροντίδα και για τα ορφανά παιδιά. Ως αποτέλεσμα αυτού, το 1943 εκδόθηκαν νομοθετικές πράξεις σχετικές με την κηδεμονία και την υιοθεσία.

Έτσι, όλη η κοινωνική πολιτική εκείνης της περιόδου ήταν προσανατολισμένη στη σταθεροποίηση της οικογένειας. Το 1944 εκδόθηκε το διάταγμα του Προεδρείου του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ «Για την αύξηση της κρατικής βοήθειας στις έγκυες γυναίκες, τις πολύτεκνες και τις ανύπαντρες μητέρες, για την ενίσχυση της προστασίας της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας, για την καθιέρωση του τιμητικού τίτλου «Μάνα-ηρωίδα» και την καθιέρωση του Παρασήμου «Μητρική Δόξα» και του μεταλλίου «Μητρότητα».

Έτσι, στη χώρα διαμορφώθηκε μια ιδιαίτερη προσέγγιση στην οικογένεια συνολικά. Η οικογένεια αναγνωρίστηκε ως σημαντικότατος κοινωνικός θεσμός. ακριβώς γι’ αυτό το κράτος και το κόμμα έλεγχε τόσο την ίδια, όσο και τις ενδοοικογενειακές σχέσεις. Αναμφισβήτητα, η μητρότητα μπήκε σε πρώτο πλάνο ως η βασική λειτουργία των γυναικών και συνεπώς υποστηριζόταν από το κράτος ως εγγύηση της επιτυχημένης ανάπτυξης και εξέλιξης της κοινωνίας, της άνθισης της χώρας συνολικά. Όλα αυτά ήταν η βάση της εξέλιξης της κατάστασης των γυναικών στην οικογένεια, όταν η γυναίκα απολάμβανε εκτίμηση, τα δικαιώματα και οι ελευθερίες της δεν περιορίζονταν και αναγνωρίζονταν εξίσου με τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του άντρα.

Τη δεκαετία του ‘70 έγιναν πολλά για τη βελτίωση της κατάστασης των μητέρων. Αποδίδονταν εφάπαξ επιδόματα για κάθε παιδί. Αυξήθηκε η άδεια με αποδοχές, πριν και μετά τη γέννα, από τις 56 στις 70 ημέρες. Εμφανίζεται η πρακτική παροχής γονικής άδειας από 1,5 μέχρι 3 χρόνια με διατήρηση της θέσης εργασίας και της ωρίμανσης.

Το Σύνταγμα της ΕΣΣΔ του 1977 προέβλεπε: «Η οικογένεια βρίσκεται κάτω από την προστασία του κράτους. Ο γάμος βασίζεται στην εθελοντική συμφωνία της γυναίκας και του άντρα, οι σύζυγοι είναι απολύτως ισότιμοι στις οικογενειακές σχέσεις». Σε συνταγματικό επίπεδο εξεταζόταν και το ζήτημα των υποχρεώσεων των γονέων σχετικά με τα παιδιά. Στο άρθρο 66 του Συντάγματος της ΕΣΣΔ σημειωνόταν: «Οι πολίτες της ΕΣΣΔ υποχρεούνται να φροντίζουν για τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών, να τα προετοιμάζουν για κοινωνικά χρήσιμη εργασία…». Ταυτόχρονα τα παιδιά με ανάλογο τρόπο υποχρεούνταν να φροντίζουν για τους γονείς τους, να τους παρέχουν βοήθεια.

Οι γυναίκες είχαν εξισωθεί ως προς τα δικαιώματά τους με τους άντρες. ωστόσο, υπήρχαν διάφορες νομικές υποσημειώσεις, που προέβλεπαν την ελάφρυνση των συνθηκών για τις μητέρες (για παράδειγμα, πρόσθετα διαλείμματα για τις θηλάζουσες γυναίκες στη δουλειά, άδεια τοκετού με αποδοχές, απόδοση συμπληρωματικών επιδομάτων για τη διατροφή του παιδιού κλπ), και επίσης τέτοιες που απλώς υπογράμμιζαν το δικαίωμα των γυναικών να επιλέγουν τις συνθήκες εργασίας, που θα τους ήταν περισσότερο άνετες και δεν θα αποτελούσαν απειλή για την υγεία των γυναικών. Όλα αυτά έδειχναν την κρατική φροντίδα για το γυναικείο μισό του πληθυσμού λόγω της φυσιολογικής του αδυναμίας και της άμεσης πρωταρχικής του υποχρέωσης να γεννά απογόνους.

 

2. Η κατάσταση των γυναικών στη σύγχρονη Ρωσία

2.1. Στατιστικά δεδομένα

Ως αποτέλεσμα της παλινόρθωσης του καπιταλισμού σημειώθηκε οπισθοδρόμηση σε όλες τις σφαίρες της ζωής, περιλαμβανομένου και του περιορισμού των δικαιωμάτων των γυναικών.

Θα στραφούμε στα στατιστικά δεδομένα.

Οι γυναίκες αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού και περισσότερο από το μισό του εργατικού δυναμικού της Ρωσίας. Στην ηλικιακή σύνθεση η υπεροχή του γυναικείου πληθυσμού αρχίζει ήδη από την ηλικία των 35 ετών. Το 1995 σε κάθε 1000 άντρες εργάσιμης ηλικίας αντιστοιχούσαν 935 γυναίκες. Αλλά από τα 35 έτη οι γυναίκες σε εργάσιμη ηλικία υπερτερούν σε ποσοστό.

Στη βιομηχανία εργάζονται σε ανθυγιεινές συνθήκες 3,5 εκατομμύρια γυναίκες. Μία στις 5 εργάζεται σε ιδιαίτερα βαριές και ανθυγιεινές εργασίες. Μόνο το ένα τρίτο των γυναικών, που εργάζονται στην αγροτική οικονομία, ασκεί εκμηχανισμένη εργασία, οι υπόλοιπες κάνουν βαριά σωματική εργασία.

Από το 1992 απαγορεύεται να χρησιμοποιείται εργασία γυναικών ηλικίας μικρότερης των 35 ετών στις καλλιέργειες, την κτηνοτροφία, την πτηνοτροφία, εάν σε αυτούς τους κλάδους χρησιμοποιούνται χημικά δηλητήρια, εντομοκτόνα κλπ. όμως αυτός ο νόμος απλώς δεν εφαρμόζεται σχεδόν πουθενά.

Το ειδικό βάρος των γυναικών σε σειρά σφαιρών δραστηριότητας είναι πολύ υψηλό:

82% στο εμπόριο και τον επισιτισμό

85% στην υγεία και τις κοινωνικές υπηρεσίες

79% στην παιδεία

73% στη σφαίρα του πολιτισμού

Στην ελαφρά βιομηχανία δουλεύουν βασικά γυναίκες.

Συνολικά στην εθνική οικονομία ο μισθός των γυναικών είναι τουλάχιστον 1/3 κατώτερος αυτού των αντρών.

Οι γυναίκες αποτελούν πάνω από το μισό των ατόμων που είναι επίσημα άνεργα. Το πρόβλημα της εύρεσης εργασίας πριν την ηλικία των 30 ετών παραμένει οξύ (το 1995 – το 30% του συνόλου των ανέργων).

Το μισό περίπου των γυναικών (52%) έχουν ανήλικα παιδιά, από αυτές το 12% είναι ανύπαντρες μητέρες, το 11% πολύτεκνες.

Οι γυναίκες και τα παιδιά αποτελούν την πλειοψηφία του φτωχού πληθυσμού με εισοδήματα κάτω από το όριο της φτώχειας. Αυξήθηκε ο αριθμός των γυναικών με δυο δουλειές.

Με την περεστρόικα πραγματοποιήθηκε μια μεγάλη μείωση της σφαίρας των υπηρεσιών, των παιδικών προσχολικών ιδρυμάτων, γι’ αυτό η γυναίκα αναγκάζεται να συνδυάζει τη δουλειά και το σπίτι, πράγμα που απαιτεί σημαντικές φυσικές και πνευματικές δυνάμεις. Λίγος χρόνος απομένει για την αποκατάσταση της εργασιακής ικανότητας, ως αποτέλεσμα υπονομεύεται η υγεία.

Στη σύγχρονη οικογένεια η γυναίκα επιτελεί τις ακόλουθες λειτουργίες: νοικοκυριό (εργασία στο σπίτι για την ικανοποίηση των υλικών καθημερινών αναγκών της οικογένειας – ετοιμασία τροφής, επισκευή ενδυμάτων, υπηρεσίες μέσα στο σπίτι), διαπαιδαγωγική, κοινωνικοποίησης και πρωταρχικού κοινωνικού ελέγχου.

Ο πολιτικός ρόλος των εργαζόμενων γυναικών στην κοινωνία είναι πολύ χαμηλός. Στην πράξη έχουν αποδιωχτεί από όλες τις δομές εξουσίας. Η εκπροσώπηση των γυναικών στις σοβιετικές κρατικές δομές έφτανε το 33%, μετά την περεστρόικα στην Ομοσπονδιακή Συνέλευση (Κρατική Δούμα και Συμβούλιο της Ομοσπονδίας) – το 11,4%. Στην κυβέρνηση υπάρχει μια γυναίκα υπουργός. Μεταξύ των προέδρων των ανώτατων δικαστηρίων των υποκειμένων της Ομοσπονδίας – 16%. Οι γυναίκες καταλαμβάνουν κυρίως τεχνικές και εκτελεστικές θέσεις.

Και αυτό συμβαίνει ενώ το εκπαιδευτικό επίπεδο των εργαζόμενων γυναικών είναι υψηλότερο από των ανδρών. Από τα άτομα με ανώτερη και ανώτατη μόρφωση οι γυναίκες αποτελούν το 52%, με μέση ειδική το 57% (Τα στατιστικά δεδομένα δίνονται από τη διαδικτυακή πηγή «Собрание статей «Тематические - учебно методические материалы-социальная работа» - «Συλλογή άρθρων «Θεματικά – διδακτικά μεθοδικά υλικά – κοινωνική εργασία», 17.7.2017).

 

2.2. Η κοινωνική κατάσταση των γυναικών. Διακρίσεις.

Η ιδιαιτερότητα του ρωσικού ιμπεριαλισμού συνίσταται στο ότι προέκυψε, ως αποτέλεσμα της αντεπανάστασης, από το σοσιαλισμό, από ένα προοδευτικότερο σύστημα, και προς το παρόν φέρει τα σημάδια του, το αποτύπωμά του. Έχουν προς το παρόν εν πολλοίς διατηρηθεί κοινωνικές κατακτήσεις όπως η προστασία της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας (1,5 χρόνος άδεια τοκετού με αποδοχές, συγκριτικά με τις μερικές εβδομάδες στην πλειοψηφία των χωρών του καπιταλισμού, μικρή ηλικία συνταξιοδότησης για τις γυναίκες (55 χρόνια), περιορισμοί στην απασχόληση γυναικών σε ανθυγιεινές εργασίες κλπ). Από το σοβιετικό παρελθόν προς το παρόν και εξ αδρανείας διατηρείται και αναπαράγεται η υλική υποδομή, τα παιδικά προσχολικά ιδρύματα (βρεφοκομεία, παιδικοί σταθμοί) και τα σχολεία, ενώ διατηρείται και το σύστημα εξειδικευμένης παιδικής ιατρικής φροντίδας. Ωστόσο, στις συνθήκες του καπιταλισμού παρατηρούμε την αναπόφευκτη συρρίκνωση και διαρπαγή τόσο των ίδιων των δικαιωμάτων (αυτό αφορά πρώτα απ’ όλα την αναφερόμενη αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης), όσο και τις δυνατότητες υλοποίησής τους στην πράξη (χρηματοποίηση των παροχών, εμπορευματοποίηση της παιδείας και της υγείας).

Τυπικά, στο ισχύον Σύνταγμα της Ρώσικης Ομοσπονδίας διακηρύσσονται ίσα δικαιώματα για τους άντρες και τις γυναίκες. Ωστόσο στην πράξη βλέπουμε ότι οι διακρίσεις σε βάρος των γυναικών υπάρχουν παντού. Συχνότατα αρνούνται στη γυναίκα την πρόσληψη, με τη δικαιολογία ότι είτε στο κοντινό μέλλον θα θελήσει να γίνει μητέρα, είτε ότι έχει ήδη μερικά παιδιά, που θα την εμποδίζουν στη δουλειά. Συχνά συναντάται άνιση αμοιβή για την εργασία ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες, μάλιστα το επίπεδο της αμοιβής των γυναικών είναι σημαντικά χαμηλότερο (σύμφωνα με τα δεδομένα της στατιστικής η μέση αμοιβή των γυναικών στη Ρώσικη Ομοσπονδία ανέρχεται στο 70% του μισθού των ανδρών).

Τα περιστατικά διάκρισης κατά την πρόσληψη είναι τα πιο προφανή, πράγμα που προκύπτει από την ανάλυση των αγγελιών, που δημοσιεύονται στα ΜΜΕ και μάλιστα αξιοποιούνται στις κρατικές υπηρεσίες απασχόλησης του πληθυσμού. Μια έρευνα των αγγελιών πρόσληψης σε τρεις πόλεις – Μόσχα, Σαμάρα, Κέμεροβο, στα πλαίσια της οποίας μελετήθηκε το περιεχόμενο 17 εξειδικευμένων εφημερίδων για θέσεις εργασίας τον Ιούνη του 2017 (επιλέχτηκαν για την ανάλυση 3513 αγγελίες), που πραγματοποιήθηκε από το Κέντρο κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων (Μόσχα), έδειξε ότι τα πιο διαδεδομένα στοιχεία διάκρισης είναι η ηλικία και το φύλο.

Επιπλέον, κατά μέσο όρο το 44% (59% στη Μόσχα, 25% στο Κέμεροβο) των αγγελιών περιέχουν προϋποθέσεις ως προς την ηλικία, από αυτές το 56% των περιπτώσεων σημειώνεται, ότι ζητείται άνδρας, στο 44% ότι ζητείται γυναίκα. Απαιτήσεις ως προς το φύλο περιέχονται στο 29% κατά μέσο όρο των αγγελιών (36% στη Μόσχα, 33% στη Σαμάρα, 17% στο Κέμεροβο), μάλιστα το κατώτερο όριο των απαιτήσεων ως προς την ηλικία μπαίνει στο επίπεδο των 23 ετών και το ανώτερο, κατά μέσο όρο, στο επίπεδο των 41.

Το πρόβλημα του «ηλικιακού ορίου» (πλαφόν) ισχύει πρώτα απ’ όλα για τις γυναίκες πάνω από 40 χρόνων. Δυσκολίες να βρουν δουλειά έχουν οι γυναίκες που μεγαλώνουν μικρά παιδιά, οι οποίες προτιμούν μια δουλειά με μειωμένο ωράριο, ενώ το ποσοστό των αγγελιών με τέτοιο καθεστώς είναι μηδαμινό. Δυσκολίες κατά την αναζήτηση εργασίας εμφανίζονται στις νέες γυναίκες, που μόνο μελλοντικά μπορούν να σχεδιάσουν να κάνουν παιδιά. Στα ερωτηματολόγια των συνεντεύξεων μία από τις υποχρεωτικές ερωτήσεις είναι αυτή για τα παιδιά και την ηλικία τους, ενώ στους άνδρες δεν δίνεται αυτή η ερώτηση.

Κατά τη διάρκεια του τελευταίου χρόνου της κρίσης, οι τάσεις κατά την πρόσληψη γυναικών άλλαξαν κατά κάποιο τρόπο: οι γυναίκες που έχουν παιδιά μέσης και μεγαλύτερης σχολικής ηλικίας και απαιτούν λιγότερη προσοχή, σύμφωνα με την μαρτυρία των πρακτορείων εύρεσης εργασίας, έχουν το τελευταίο διάστημα καλύτερες πιθανότητες πρόσληψης από παλιότερα. Αντίθετα, οι νέες γυναίκες, που έχουν μικρά παιδιά ή που προγραμματίζουν να κάνουν παιδιά στο μέλλον, αντιμετωπίζουν μεγάλα προβλήματα να βρουν δουλειά. Το να πιάσει δουλειά μια έγκυος είναι πρακτικά αδύνατο, αν και τυπικά προβλέπεται ακόμα και ποινική δίωξη για άρνηση πρόσληψης εγκύου.

Η πρόσφατη ιστορία του λεγόμενου «Κινήματος παχουλών αεροσυνοδών» αποτελεί γλαφυρό παράδειγμα διάκρισης.

Η αεροπορική εταιρεία Αεροφλότ απέλυσε μερικές αεροσυνοδούς, που σύμφωνα με τη γνώμη της διεύθυνσης πήραν βάρος και έπαψαν να είναι ευπαρουσίαστες. Θύματα έπεσαν γυναίκες που εξυπηρετούσαν επιβάτες διεθνών πτήσεων, όπως δημοσιεύει η ηλεκτρονική έκδοση TheSun. Αυτές απευθύνθηκαν στο δικαστήριο με το αίτημα να αναγνωριστεί το γεγονός της διάκρισης. Ωστόσο το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση των πρώην αεροσυνοδών.

Ο εκπρόσωπος της Αεροφλότ Νικίτα Κριτσέβσκι κάλεσε όλες τις εναπομείνασες αεροσυνοδούς να αδυνατίσουν από το 52 νούμερο στο 48. Αυτό είναι ένα περιστατικό κακά μασκαρεμένης διάκρισης.

 

2.3. Τα γυναικεία κινήματα στη σύγχρονη Ρωσία. Οι πληγές του καπιταλισμού.

Στη Ρωσία στο δεδομένο στάδιο δεν υπάρχουν προς το παρόν ισχυρά γυναικεία κινήματα ή δομές με επιρροή. Όπως, ας πούμε, στην Ευρώπη ή και την Ελλάδα (ΟΓΕ).

Στην αστική πολιτική αρένα δεν υπάρχουν γυναικείες οργανώσεις, που να παλεύουν για το σοσιαλισμό. Τι είναι σήμερα οι γυναίκες στην πολιτική;

Για παράδειγμα, υπάρχουν γυναίκες στα κόμματα του φιλελεύθερου ρεύματος (Ιρίνα Χακαμάντα – «Ένωση δεξιών δυνάμεων»), που παίζουν πολύ αντιδραστικό ρόλο στο γυναικείο κίνημα. Υπό το πρόσχημα της πάλης για ελευθερία και δημοκρατία, για την ισότητα των φύλων, έχουν στόχο την καταστροφή της ιδεολογίας του σοσιαλισμού, τη μείωση του ρόλου του κράτους στα ζητήματα της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας, τη διάδοση των σχέσεων της ατομικής ιδιοκτησίας και επίσης αποτελούσαν ιδεολογικό όπλο βίας και δολοφονιών των υπερασπιστών και των υπερασπιστριών του σοσιαλισμού και της δημοκρατίας στην πορεία της ανοιχτής εκδήλωσης της αντεπανάστασης την περίοδο 1991-1993.

Από το 2007 πιστοποιήθηκε και λειτουργεί μέχρι σήμερα το κόμμα «Για τις γυναίκες της Ρωσίας». Στην ουσία, το κόμμα παίζει το ρόλο του οργάνου στην πολιτική της άρχουσας, της κυρίαρχης αστικής τάξης της Ρωσίας. Παρασιτούσε στη μνήμη και τις σοβιετικές αντιλήψεις για το ρόλο των γυναικών στην κοινωνία. Στην πράξη παίζει ρόλο στη σταθεροποίηση των καπιταλιστικών σχέσεων μετά το ανοιχτό στάδιο της αντεπανάστασης.

Υπάρχουν επίσης διάφορες ΜΚΟ – για την υπεράσπιση δικαιωμάτων, φεμινιστικές, οικολογικές και άλλες. Παίζουν τον εξαιρετικά αντιδραστικό ρόλο του αγωγού της «δημοκρατίας» της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης των ισχυρότερων ιμπεριαλιστικών κρατών. Υπό το πρόσχημα της πάλης με τη «διαφθορά» και άλλες αδικίες που γεννά καθημερινά ο καπιταλισμός, αξιοποιούν τις λαϊκές διαμαρτυρίες προς την κατεύθυνση της απατηλής εναλλακτικής ενός καλού καπιταλισμού.

Στη δουλειά μιας τέτοιας δομής έτυχε να συμμετάσχω προσωπικά. Αυτή η οργάνωση ονομαζόταν «Αιγίδα της Αγίας Πετρούπολης», παρουσιαζόταν σαν «Μη κερδοσκοπική οργάνωση για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων, που παλεύει για τα κοινωνικά δικαιώματα των πολιτών, με έμφαση στις γυναίκες». Ουσιαστικά η οργάνωση ασκούσε «αταξική» πολιτική, χωρίς διάκριση των κοινωνικών τάξεων, στις οποίες ανήκουν οι γυναίκες.

Ανάμεσα στις θετικές στιγμές της δουλειάς αυτής της δομής ήταν η παροχή δωρεάν νομικής βοήθειας σε γυναίκες, που βρίσκονταν σε δύσκολες καταστάσεις της ζωής (πολύτεκνες μητέρες, μητέρες που μεγάλωναν τα παιδιά τους χωρίς τον πατέρα, γυναίκες ηλικίας συνταξιοδότησης, γυναίκες που είχαν υποστεί ψυχολογικά τραύματα ως αποτέλεσμα απόλυσης). Αυτή η δομή προσπαθούσε να διευκρινίσει εάν υπάρχει στη Ρωσία διάκριση σε βάρος της γυναικείας εργασίας. Όμως, η «φυλετική» προσέγγιση στο πρόβλημα, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι αντικειμενικές διαφορές μεταξύ των ανδρών και των γυναικών, θα μπορούσε να αποτελέσει για τις τελευταίες «κακή υπηρεσία». Διαπιστώθηκε μια περίπτωση άρνησης πρόσληψης μιας κοπέλας, που ήθελε να πιάσει δουλειά στο μετρό ως μηχανοδηγός. Η άρνηση προσβλήθηκε από την «Αιγίδα της Αγίας Πετρούπολης» στο δικαστήριο, η δίκη χάθηκε, επειδή οι ανθυγιεινοί παράγοντες των συνθηκών εργασίας δεν επιτρέπουν, δήθεν, στις γυναίκες (σε διάκριση από τους άνδρες) να διατηρήσουν την υγεία τους στη δεδομένη εργασία. Αυτό δείχνει ότι σε αυτή την περίπτωση τα επιχειρήματα ήταν σαφώς τραβηγμένα από τα αυτιά.

Επίσης, για παράδειγμα, η ηγεσία της «Αιγίδας» θεωρούσε ότι η πλειοψηφία των προβλημάτων της κοινωνίας της Ρωσίας συνίσταται στη σύνθεση των οργάνων της εξουσίας με βάση το φύλο. Επειδή το κοινοβούλιο της Ρωσίας αποτελείται βασικά από άνδρες (Συμβούλιο της Ομοσπονδίας 94%, Κρατική Δούμα συνόδου 2012-2016 – 86%, στα περιφερειακά όργανα εξουσίας οι γυναίκες αντιπρόσωποι είναι συνολικά 12%), η «Αιγίδα της Αγίας Πετρούπολης» επεξεργάστηκε ένα νομοσχέδιο, σύμφωνα με το οποίο οι γυναίκες πρέπει να αποτελούν το 50% τουλάχιστον των εκλεγμένων αντιπροσώπων. Έτσι, δήθεν, με την υπερψήφιση αυτού του νόμου, τα προβλήματα των διακρίσεων λόγω φύλου θα γίνουν παρελθόν. Αυτή η βλαβερή σύγχυση βασίζεται στην αγνόηση του ταξικού περιεχομένου και της αποστολής του αστικού κοινοβουλίου, που εκφράζει συνολικά τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Ποιας τάξης τα συμφέροντα θα εκπροσωπεί στο κοινοβούλιο, για παράδειγμα η κυρία Μπατούρινα, επιχειρηματίας και σύζυγος του πρώην δημάρχου της Μόσχας; Η περιουσία της, σύμφωνα με τα στοιχεία του Forbes, τον Αύγουστο του 2016 εκτιμάται στα 1,1 δις δολάρια ΗΠΑ (το κύριο ενεργητικό αποτελείται από ξενοδοχειακές επιχειρήσεις στη Ρωσία, την Αυστρία, την Τσεχία και την Ιρλανδία). Η απάντηση, υποθέτουμε, είναι σαφής.

Μαζί με τον καπιταλισμό ήρθαν στη χώρα μας και εκείνα τα βδελυρά και βρωμερά φαινόμενα όπως η πορνεία, το στριπτίζ, το εμπόριο παιδιών, η πώληση οργάνων και το εμπόριο ανθρώπων για την απόσπαση οργάνων. Και η ίδρυση ενός εξειδικευμένου κέντρου – του κέντρου κρίσεων για γυναίκες «Ινστιτούτο για τις σχέσεις χωρίς διακρίσεις με βάση το φύλο» μαρτυρά μόνο ότι αυτά τα φαινόμενα άρχισαν να έχουν μαζικό χαρακτήρα. Αυτό το ινστιτούτο παρέχει βοήθεια σε γυναίκες, που υπέστησαν σεξουαλική και φυσική βία, το λεγόμενο τράφικινγκ (εμπόριο ανθρώπων) και σε άλλες κρίσιμες καταστάσεις. Βασικά καθήκοντα της δουλειάς του κέντρου, σύμφωνα με τα λεγόμενα της διεύθυνσής του, είναι η καταπολέμηση της βίας και των διακρίσεων κατά των γυναικών, η δραστηριοποίηση του κοινωνικού ενδιαφέροντος για τα προβλήματα με βάση το φύλο και για τον φεμινισμό.

Σήμερα παρουσιάζεται με ιδιαίτερη οξύτητα το πρόβλημα της αύξησης των μονογονεϊκών οικογενειών και της εμφάνισης τεράστιου αριθμού «ανύπαντρων μητέρων».

Αυτές οι κατηγορίες γυναικών, πρώτα απ’ όλα, γίνονται «όμηροι του συστήματος κοινωνικής προστασίας και, συχνά, και θύματά του». Τη σοβιετική περίοδο οι ανύπαντρες μητέρες (το ποσοστό των οποίων ήταν δεκάδες φορές μικρότερο) και τα παιδιά τους ήταν προστατευμένες από τη φτώχεια λόγω του κρατικού συστήματος στήριξης του εισοδήματος, της επιδοτούμενης φροντίδας των παιδιών και της πλήρως εγγυημένης απασχόλησης. Ως αποτέλεσμα των οικονομικών μεταρρυθμίσεων οι γυναίκες γενικά, και οι ανύπαντρες μητέρες ιδιαίτερα, έγιναν καταστροφικά ευάλωτες. Η απώλεια της κρατικής κοινωνικής εξασφάλισης, η ανεπάρκεια προσιτών υπηρεσιών για τη φροντίδα των παιδιών, η μείωση των δυνατοτήτων εύρεσης εργασίας και η ανισότητα στην αμοιβή οδήγησε σε διάβρωση της οικογενειακής σταθερότητας στη Ρωσία και έβαλε τις ανύπαντρες μητέρες σε κατάσταση εξαιρετικά υψηλού κινδύνου φτώχειας. Ως αποτέλεσμα το οικονομικό καθεστώς των νοικοκυριών των ανύπαντρων μητέρων βρέθηκε να είναι ένα από τα χαμηλότερα σε σχέση με τα υπόλοιπα. Πολλές τέτοιες οικογένειες είναι καταδικασμένες σε μια άθλια επιβίωση, χωρίς καμία δυνατότητα να ανέβουν την κοινωνική κλίμακα.

 

2.4. Οι γυναίκες στην πάλη για το σοσιαλισμό.

Το γυναικείο κίνημα στη Ρωσία από τη στιγμή της εμφάνισής του είχε πολιτικό χαρακτήρα. Οι προσπάθειες των αστών ιδεολόγων να συγκαλύψουν την πολιτική στο γυναικείο κίνημα αποδείχτηκαν σήμερα ανεπιτυχείς. Ο πολιτικός (δηλαδή ταξικός στην ουσία) χαρακτήρας του κινήματος εξηγεί την εμφάνιση του γυναικείου ακτιβισμού στις οργανώσεις, που έτσι ή αλλιώς προσανατολίζονται στο ένα ή το άλλο πολιτικό κίνημα ή κόμμα.

Υπάρχουν παραδείγματα δράσης γυναικών μαχητριών, στις οποίες θέλουμε να αναφερθούμε ιδιαίτερα.

Στις γραμμές του κόμματός μας είναι ενταγμένη η εργάτρια, χειρίστρια γερανογέφυρας Νατάλια Λισίτσινα. Είναι μέλος της ΚΕ του ΚΕΚΡ, καθοδηγούσε τον πυρήνα του ταξικού εργατικού συνδικάτου «Ζασίτα» στο εργοστάσιο «Ελεκτροσίλα». Για πολλά χρόνια μαζί με τους συντρόφους οργάνωνε την πάλη των εργατών εναντίον της καταπίεσης και της αυθαιρεσίας της διεύθυνσης και του ιδιοκτήτη του εργοστασίου, έκανε προπαγάνδα των σοσιαλιστικών ιδεών. Η διεύθυνση προσπαθούσε με κάθε τρόπο να οδηγήσει την ακτιβίστρια σε παραίτηση, με μείωση μισθού, της αρνούνταν τη δυνατότητα να βελτιώσει την ειδίκευσή της, την μετέθεταν σε άλλα σημεία εργασίας με ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας. Προσπάθησαν ανοιχτά να την εξαγοράσουν, προτείνοντάς της να παραιτηθεί εθελοντικά (κοινή συναινέσει) και να της δώσουν μισθούς ενός χρόνου. Αυτήαρνήθηκε. Το θέμα έφτασε μέχρι του σημείου που την έθεσαν σε καθεστώς αναγκαστικής αργίας (με παροχή των 2/3 του μισθού, όπως προβλέπει η νομοθεσία της Ρώσικης Ομοσπονδίας) για ενάμισι χρόνο, και όρισαν ως χώρο έκτισής του ένα κενό δωμάτιο (πρώην αποθήκη), σε ένα άλλο εργοστάσιο, μακρύτερα από το σπίτι της. Η Νατάλια δεν παραδινόταν και στην πόρτα του δωματίου-φυλακής του εγκλεισμού της κρέμασε μια ανακοίνωση, ότι εδώ βρίσκεται και δέχεται τους εργάτες ο πρόεδρος του συνδικάτου «Ζασίτα». Αυτό προκάλεσε τη μεγάλη οργή των εντολοδόχων της αστικής τάξης, ο πιο ένθερμος συνεργάτης της υπηρεσίας ιδιωτικής φύλαξης υποσχέθηκε υστερικά «να τσακιστεί αν δεν σταματήσει να ασχολείται με τη συνδικαλιστική δραστηριότητα». Η Ν. Λισίτσινα απολύθηκε και σήμερα δουλεύει στο εργοστάσιο «Κίροφσκι» σε βαριές συνθήκες στο μεταλλουργικό τμήμα χειρίστρια γερανογέφυρας. Επειδή μπήκε στη «μαύρη λίστα», υπογράφουν μαζί της μόνο τρίμηνη σύμβαση, την κρατάνε σε πίεση και έχουν τη δυνατότητα να την ξεφορτωθούν εύκολα σε κάθε περίπτωση. Η Ν. Λισίτσινα ήταν στο κεντρικό τμήμα του ψηφοδελτίου του κόμματός μας στις εκλογές για το κοινοβούλιο της Αγίας Πετρούπολης το 2016.

 

Κατακλείδα

Το γυναικείο κίνημα στη Ρώσικη Ομοσπονδία γίνεται όλο και πιο κομματικό με την πλατιά και τη στενή έννοια της λέξης. Οι προσπάθειες παρουσίασης της υπόθεσης με άλλο τρόπο (συνειδητά ή ασυνείδητα), να εκτραπεί ο γυναικείος ακτιβισμός προς τον δρόμο του αστικού φεμινισμού, να υποκατασταθεί η πάλη για την εξάλειψη των σχέσεων της ατομικής ιδιοκτησίας ως κύριας αιτίας της ανισότητας από την πάλη των φύλων, είναι απάτη ή αυταπάτη. Το ΚΕΚΡ τοποθετείται και παλεύει για την απελευθέρωση του γυναικείου κινήματος από αυτές τις προσπάθειες, δείχνει τον δρόμο του κοινού αγώνα των εργαζομένων ανδρών και γυναικών για την απελευθέρωση από την ανισότητα και την ταπείνωση από τον καπιταλισμό. Και των δυο φύλων. Η πάλη για την απελευθέρωση, τη χειραφέτηση των γυναικών, εάν δεν συνδέεται με την πάλη για το σοσιαλισμό, είναι μια κατάσταση που πρέπει να ξεπεράσει το κίνημα για τον πολλαπλασιασμό των δυνάμεών του.

Στο δεδομένο στάδιο η κατάσταση της πλειοψηφίας των γυναικών της Ρωσίας είναι εν πολλοίς θλιβερή. Ωστόσο, λόγω των υπολειμμάτων των κατακτήσεων του σοσιαλισμού, η γενική εικόνα δεν μοιάζει τόσο κρίσιμη, όπως, ας πούμε, στις χώρες του τρίτου κόσμου. Όμως αυτά τα υπολείμματα εξαφανίζονται όλο και πιο γρήγορα.

Τι μπορεί να ξεσηκώσει τις γυναίκες στην πάλη για τα δικαιώματά τους; Η οργάνωση, η ένωση, η συσπείρωση των γυναικών γύρω από τις κομμουνιστικές δομές, γύρω από το κόμμα μας. Και το δικό μας καθήκον είναι να παρακολουθούμε τις αυθόρμητες διαμαρτυρίες των γυναικών, τις ενώσεις τους στη βάση των διαφορετικών προβλημάτων και να τους υποδεικνύουμε τον ορθό προσανατολισμό του κινήματος.

 

Βασιλίνα Φιόντοροβα, μέλος της ΚΕ του ΚΕΚΡ

 

Contributors