Η πάλη των κομμουνιστών ενάντια στον ιμπεριαλισμό ως πηγή πολέμων

  • 24/11/2014 7:52 μμ

 

Το 2014 συμπληρώνονται εκατό χρόνια από την αρχή του Πρώτου Παγκόσμιου πολέμου. Η πολιτική κατάσταση στον σύγχρονο κόσμο εξακολουθεί να οξύνεται σε τέτοιο βαθμό, που μπορούμε να μιλάμε βάσιμα για την απειλή μιας «ανεξέλεγκτης» εξέλιξής της και μετατροπής των τοπικών διενέξεων σε έναν ολοσχερή παγκόσμιο κατακλυσμό. Οι κομμουνιστές είναι καιρός να συζητήσουν για το ζήτημα της στάσης απέναντι στους πολέμους, για την αυξανόμενη απειλή νέου παγκόσμιου πολέμου και για τη στρατηγική και την τακτική των κομμουνιστών.

Είναι πασίγνωστη η διατύπωση του Λένιν ότι ο ιμπεριαλισμός ενέχει τον κίνδυνο πολέμων. Η θεωρία του επιστημονικού κομμουνισμού εξηγεί, ότι στις περιόδους της γενικής κρίσης του καπιταλισμού, ο καπιταλισμός που σαπίζει και πεθαίνει σε όλες τις χώρες στην εσωτερική πολιτική ψάχνει διέξοδο στην ενίσχυση της εκμετάλλευσης των εργαζόμενων, ενώ στην εξωτερική πολιτική στην ανακατανομή των αγορών πρώτων υλών και προϊόντων, των σφαιρών επιρροής, στην κλιμάκωση της έντασης στις περιοχές στρατηγικής σημασίας και στην εξαπόλυση άμεσων επιθέσεων για την επίλυση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων.

Από την εποχή της ανάλυσης του ιμπεριαλισμού από τον Λένιν και στη βάση του παραδείγματος της δράσης των κομμάτων της Β' Διεθνούς την περίοδο της εξέλιξης του Α' Παγκοσμίου πολέμου είναι γνωστό, πως το αριστερό κίνημα όχι μόνο διαχωρίστηκε με βάση αυτό το ζήτημα, αλλά και διασπάστηκε αποφασιστικά και ανεπίστρεπτα. Οι οπορτουνιστές πρόδωσαν τον προλεταριακό διεθνισμό, υιοθέτησαν σοσιαλ-πατριωτικές θέσεις, ενέκριναν τους πολεμικούς προϋπολογισμούς των κυβερνήσεών τους, και καλούσαν τις λαϊκές μάζες σε υπεράσπιση των συμφερόντων των δικών τους αστικών πατρίδων. Τα περισσότερα κόμματα της Β' Διεθνούς πήραν στην πράξη το μέρος του ιμπεριαλισμού και δεν είχε σημασία πως βρίσκονταν σε διαφορετικές πλευρές του ιμπεριαλιστικού μετώπου. Έτσι, η ιστορία έδειξε, ότι ο οπορτουνισμός δεν είναι μόνο μια δεξιά παρέκκλιση μέρους του κομμουνιστικού κινήματος, αλλά σε ορισμένες περιόδους μπορεί να καταλάβει το μεγαλύτερο μέρος του ή και ολόκληρο το κίνημα. Αυτό ακριβώς συνέβη την περίοδο του Α' Παγκόσμιου πολέμου, όταν αναγνωρισμένες αυθεντίες της θεωρητικής μαρξιστικής σκέψης των παλιών ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων πριν τον πόλεμο στα λόγια είχαν μαρξιστικές προλεταριακές διεθνιστικές θέσεις, ενώ όταν ακούστηκαν οι πρώτες κανονιές, στα κοινοβούλια ψήφιζαν ομόψυχα την παροχή πολεμικών δανείων στις κυβερνήσεις, δηλαδή υποστήριζαν τον πόλεμο. Στην πράξη όλη η Β' Διεθνής σκόνταψε πάνω σε αυτό το ζήτημα, γλίστρησε σε σοβινιστικές θέσεις. Εξαίρεση αποτέλεσαν μόνο οι μπολσεβίκοι, ως αποτέλεσμα έξι βουλευτές της Δούμας (όλη η κοινοβουλευτική ομάδα των μπολσεβίκων) κατέληξαν στη Σιβηρία. Δεν έγιναν προδότες του προλεταριακού διεθνισμού ούτε οι Βούλγαροι του εργατικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος ούτε ο ένας κομμουνιστής του γερμανικού ράιχσταγκ, ο Καρλ Λίμπκνεχτ.  Δηλαδή οι διαστάσεις αυτής της προδοσίας μπορεί να είναι πραγματικά τεράστιες, πράγμα που αποδεικνύει και η μοίρα του ΚΚΣΕ.

Οι μπολσεβίκοι κατάφεραν να αξιοποιήσουν την κρίση, που εμβάθυνε ο Α' Παγκόσμιος πόλεμος, ώστε η Φεβρουαριανή αστικοδημοκρατική επανάσταση να εξελιχθεί σε σοσιαλιστική. Η επαναστατική εργατική τάξη της Ρωσίας με την καθοδήγηση των μπολσεβίκων αξιοποίησε, τον Οκτώβρη του 1917, τις αδυναμίες του αστικού συστήματος, τις οποίες μεταξύ άλλων προκάλεσε η κρίση του καπιταλισμού και ο Α' Παγκόσμιος πόλεμος.

Μετά την Οκτωβριανή επανάσταση ο Λένιν απαίτησε αποφασιστικά και αμετάκλητα το διαχωρισμό από τον οπορτουνισμό της Β' Διεθνούς και πήρε την πρωτοβουλία της δημιουργίας της Γ' Κομμουνιστικής Διεθνούς. Υπό την καθοδήγησή του έγινε επεξεργασία των θεωρητικών αρχών και των οργανωτικών μέτρων του διαχωρισμού από τον οπορτουνισμό, που είναι γνωστά ως Προϋποθέσεις για την ένταξη στην Κομμουνιστική Διεθνή. Θα εστιάσουμε την προσοχή μας ιδιαίτερα στον οργανωτικό διαχωρισμό, διότι, δεδομένης της επιμονής του Λένιν στη διεξαγωγή θεωρητικής πάλης και υπομονετικής διαφωτιστικής δουλειάς, θεωρούσε ότι υπάρχουν όρια, πέρα από τα οποία απαιτούνται αποφασιστικά οργανωτικά μέτρα, που απομονώνουν τους προδότες της κομμουνιστικής υπόθεσης από τους κομμουνιστές.

Επιβεβαιώθηκε η αλήθεια, που αργότερα ο Λένιν διατύπωσε ως εξής: «ο αγώνας ενάντια στον ιμπεριαλισμό είναι κούφια και ψεύτικη φρασεολογία, αν δεν συνδέεται αδιάρρηκτα με τον αγών αενάντια στον οπορτουνισμό» (Λένιν, τόμος 27, σελ. 431)

Από τότε οι κομμουνιστές απέκτησαν τον δικό τους επακριβώς ιδεολογικά καθορισμένο και οργανωτικά διαμορφωμένο πόλο στο εργατικό κίνημα, με τη μορφή της Κομιντέρν. Ενώ οι σοσιαλδημοκράτες, ουσιαστικά, μετατράπηκαν σε υποστηρικτές του ιμπεριαλισμού και ασχολούνταν με τη βελτίωσή του, την άμβλυνση, τον εξανθρωπισμό, την εξυγίανση των ασθενειών του και τη διάσωσή του σε περιόδους κρίσεων και όξυνσης της ταξικής πάλης.

Η Γ' Κομμουνιστική Διεθνής διεξήγε σημαντική θεωρητική δουλειά, προβλέποντας, μεταξύ άλλων, τον φασισμό, δίνοντας τον ορισμό του. Ο ορισμός που παρουσιάστηκε στην απόφαση της 13ης Ολομέλειας της ΕΕ της Κομιντέρν και που επανέλαβε ο Γκεόργκι Ντιμιτρώφ, εισηγητής για αυτό το ζήτημα στο 7ο Συνέδριο της Κομιντέρν (ο λεγόμενος ορισμός του Ντιμιτρώφ) είναι ο κλασσικός μαρξιστικός ορισμός του φασισμού:

«Ο φασισμός είναι η ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία των πιο αντιδραστικών, των πιο σοβινιστικών, των πιο ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου, μια ιδιαίτερη μορφή της ταξικής κυριαρχίας της αστικής τάξης... Ο φασισμός δεν είναι υπερταξική εξουσία, δεν είναι η εξουσία των μικροαστών ή του λούμπεν προλεταριάτου επί του χρηματιστικού κεφαλαίου. Ο φασισμός είναι η εξουσία του ίδιου του χρηματιστικού κεφαλαίου. Είναι η οργάνωση της τρομοκρατικής εξόντωσης της εργατικής τάξης και του επαναστατικού τμήματος της αγροτιάς και της διανόησης. Ο φασισμός στην εξωτερική πολιτική είναι η πιο βάναυση μορφή του σοβινισμού, που καλλιεργεί το ζωώδες μίσος ως προς τους άλλους λαούς».

Λειτουργώντας σε πλήρη αντιστοιχία με τον παραπάνω ορισμό και με βάση τα ταξικά τους συμφέροντα οι φασίστες δημιούργησαν το δικό τους σύμφωνο ενάντια στην Κομιντέρν με στόχο να μην επιτρέψουν της περαιτέρω διάδοση της κομμουνιστικής ιδεολογίας στον κόσμο (αρχικά το 1936 η Γερμανία και η Ιαπωνία και ύστερα το 1937 η Ιταλία και αργότερα και άλλα κράτη, στα οποία την εξουσία κατέκτησαν κυβερνήσεις, που συμμερίζονταν την ιδεολογία του χιτλερικού ναζισμού και του ιταλικού φασισμού, είτε κυβερνήσεις που κρατούσαν άκρως αρνητική στάση ως προς την ΕΣΣΔ και τον κομμουνισμό συνολικά: Ουγγαρία, Μαντσουκουό, Ισπανία, με την κυβέρνηση του στρατηγού Φράνκο).

Στις 25 Νοέμβρη του 1941 το Αντικομιντέρν σύμφωνο παρατάθηκε για 5 ακόμη χρόνια και τότε εντάχθηκαν σε αυτό η Φινλανδία, η Ρουμανία, η Βουλγαρία καθώς και οι κυβερνήσεις ανδρείκελα της Κροατίας, της Δανίας, της Σλοβακίας, που υπήρχαν στις περιοχές, που βρίσκονταν υπό γερμανική κατοχή, καθώς και η κυβέρνηση του Βαν Τζιν-βέι, που σχηματίστηκε από τους Ιάπωνες στην περιοχή της Κίνας που κατέλαβαν.

Η Κομιντέρν αντιπάλεψε τον φασισμό ήδη από το στάδιο της προώθησης των φασιστών στην εξουσία στην Ισπανία και τη Γερμανία. Επεξεργάστηκε την τακτική των λαϊκών μετώπων και τελικά ο βασικός αντίπαλος του Χίτλερ και του Αντικομιντέρν συμφώνου στον Β' Παγκόσμιο πόλεμο ήταν η Σοβιετική Ένωση και η Κομιντέρν. Οι κομμουνιστές συντέλεσαν αποφασιστικά στην ήττα του φασισμού και της γερμανικής του ιδιομορφίας – του ναζισμού. Μόνο το ΠΚΚ(μπ) πρόσφερε για τη νίκη επί του φασισμού τη ζωή πάνω από τριών εκατομμυρίων από τους καλύτερους μαχητές του, ενώ η λενινιστική Κομσομόλ απόθεσε στο βωμό της νίκης πάνω από πέντε εκατομμύρια ζωές νεαρών ηρώων. Οι κομμουνιστές των περισσοτέρων χωρών ηγήθηκαν στον ανταρτοπόλεμο και στα  αντιστασιακά κινήματα.

 Το ζήτημα της διάλυσης της Γ' Κομμουνιστικής Διεθνούς χρήζει ξεχωριστής εξέτασης. Το μόνο φανερό είναι ότι το βασικό αποτέλεσμα της δράσης της ήταν η διάλυση του φασισμού και η δημιουργία ενός παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος με ισχυρότατο οργανωτικό πυρήνα την Ένωση των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών και τις χώρες του Συμφώνου Οικονομικής Αλληλοβοήθειας.

Το σοσιαλιστικό στρατόπεδο με επικεφαλής την ΕΣΣΔ κατά τη διάρκεια 50 χρόνων αποτελούσε τον πολιτικό πόλο αντίστασης στον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό. Το ίδιο το γεγονός της ύπαρξής του εξασφάλιζε, πρώτον, τη δυνατότητα εγκαθίδρυσης και ισχυροποίησης σοσιαλιστικών κρατών σε λίγο-πολύ ειρηνικές συνθήκες, ιδιαίτερα στην Ευρώπη μετά το 1945 και δεύτερον, και αυτό είναι το κύριο, ο καπιταλισμός υποχρεώθηκε, λαμβάνοντας υπόψη την επίδραση των κοινωνικών κατακτήσεων του σοσιαλισμού, να κάνει σημαντικές υποχωρήσεις προς τους εργαζόμενους των χωρών του, που πάλευαν για τα οικονομικά και πολιτικά τους συμφέροντα παραδειγματιζόμενοι από τις κατακτήσεις του σοσιαλιστικού συστήματος.

 Η ήττα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ και τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης είχε πλατιά επίδραση στην κατάσταση σε όλο τον κόσμο. Πρώτον, χωρίς το παράδειγμα των σοσιαλιστικών χωρών το κεφάλαιο πέρασε σε επίθεση στα δικαιώματα των εργαζόμενων. Δεύτερον, στην εξωτερική πολιτική ο παγκόσμιος ιμπεριαλισμός, και πρώτα απ' όλα η δύναμη κρούσης του στο πρόσωπο του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ και των χωρών του ΝΑΤΟ, άρχισε να δρα πιο ανεξέλεγκτα και επιθετικά, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τους κανόνες του διεθνούς δικαίου και τη γνώμη της παγκόσμιας κοινότητας. Παράδειγμα αποτελεί η επίθεση στην Γιουγκοσλαβία, το Αφγανιστάν, το Ιράκ, τη Λιβύη, σήμερα στη Συρία και οι απειλές ενάντια στην ΛΔ της Κορέας και στο Ιράν.

Η τωρινή βαθύτατη παγκόσμια οικονομική κρίση του καπιταλισμού και η όξυνσή της από το 2008, ώθησαν τον ιμπεριαλισμό σε αναζήτηση διεξόδων στην κατεύθυνση της κλιμάκωσης της εξωτερικής επιθετικότητας και της βίαιης επίλυσης των ζητημάτων επέκτασης των αγορών και ενίσχυσης της επιρροής σε στρατηγικά σημαντικές περιοχές, πόσο μάλλον που δεν υπάρχει πια ο αντισταθμιστικός παράγοντας  - το παγκόσμιο σοσιαλιστικό σύστημα. Το κόμμα μας στην ανάλυσή της τρέχουσας πολιτικής του ιμπεριαλισμού έχει ως αφετηρία τον ορισμό του φασισμού από την Κομιντέρν:  «Ο φασισμός είναι η ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία των πιο αντιδραστικών, των πιο σοβινιστικών, των πιο ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου, μια ιδιαίτερη μορφή ταξικής κυριαρχίας της αστικής τάξης».

Ορισμένοι θεωρητικοί και κόμματα δεν συμφωνούν με αυτόν τον ορισμό και, στην ουσία, τοποθετούνται υπέρ της παύσης της χρήσης αυτού του θεμελιώδους επιστημονικού ορισμού, που δόθηκε πριν από 70 χρόνια κατά την περίοδο εγκαθίδρυσης του φασισμού, που τοποθετήθηκε, πρώτα απ’ όλα, απέναντι στο πρώτο στον κόσμο σοσιαλιστικό κράτος και επίσης απέναντι στα κράτη της αστικής δημοκρατίας, με τα οποία τα φασιστικά κράτη είχαν σκοπό να εμπλακούν σε πόλεμο, για τα συμφέροντα του δικού τους χρηματιστικού κεφαλαίου, για τις αγορές εμπορευμάτων και τις πηγές πρώτων υλών. Από τότε ούτε η ουσία του ιμπεριαλισμού, ούτε η ουσία του χρηματιστικού κεφαλαίου άλλαξαν, ούτε εξαλείφθηκαν οι προθέσεις του, ώστε σε ορισμένες συνθήκες και για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του να περνά από την εφαρμογή της αστικής δημοκρατίας στην ανοιχτή τρομοκρατική, δηλαδή τη φασιστική δικτατορία.

Εάν δεν δούμε το θέμα σχολαστικά, αλλά δημιουργικά-διαλεκτικά, πρέπει να αναγνωρίσουμε, ότι η Διεθνής όρισε σωστά το φασισμό, δίνοντας τον ορισμό του φασισμού ως τέτοιου και όχι σαν κάποιου ιδιαίτερου φασισμού εκείνου του καιρού. Επιπλέον, ότι στις διεθνείς συναντήσεις των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων διαπιστώσαμε μαζί, ότι η φύση του ιμπεριαλισμού και η ουσία του χρηματιστικού κεφαλαίου παραμένει η ίδια, όπως και στον 20ο αιώνα, γι’ αυτό οι εκφάνσεις του φασισμού μπορεί να αλλάζουν, όμως η ουσία του και, επομένως, ο ορισμός του φασισμού, είναι σωστός και σήμερα και μας επιτρέπει να κάνουμε ορθή εκτίμηση των πιο σύγχρονων πολιτικών γεγονότων.

Ο φασισμός συνίσταται στην απόρριψη των δημοκρατικών μορφών της αστικής κυριαρχίας και στο πέρασμα στην ανοιχτή αστική τρομοκρατία. Στον σύγχρονο κόσμο η πλειοψηφία των αστικών κρατών χρησιμοποιεί στην εσωτερική πολιτική διάφορες μορφές αστικής δημοκρατίας, αποφεύγοντας να εφαρμόζει τη δικτατορία στην απροκάλυπτα τρομοκρατική της μορφή. Τα πράγματα είναι διαφορετικά στη διεθνή σκηνή, όπου πραγματοποιείται η συνέχεια της εσωτερικής πολιτικής ως διεθνούς πια πολιτικής. Μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ ο διεθνής ιμπεριαλισμός με επικεφαλής τις ΗΠΑ όχι απλά αύξησε την επιθετικότητά του, αλλά άρχισε να παραβιάζει ανοιχτά τους κανόνες του διεθνούς δικαίου και να παραβλέπει ακόμη και την αστική νομιμότητα. Το χρηματιστικό κεφάλαιο αποτελεί τον πυρήνα των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και έχει πολύ μεγαλύτερη επιρροή απ' ότι στα μέσα του 20ου αιώνα. Ο φασισμός είναι μια από τις πιθανές  αντιδράσεις του ιμπεριαλισμού για τη σωτηρία του καπιταλιστικού συστήματος από την απειλή των σοσιαλιστικών επαναστάσεων, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης. Γι' αυτό ο φασισμός είναι οργανικά συνδεδεμένος με τον απροκάλυπτο αντικομμουνισμό και την συνεπή αντεργατική πολιτική. Παράλληλα, για να ξεγελάσει το λαό, ο φασισμός χρησιμοποιεί το εργαλείο της πλατιάς και δραστήριας  κοινωνικής δημαγωγίας. Όλα αυτά τα γνωρίσματα σήμερα είναι εμφανή στην πολιτική του ιμπεριαλισμού και υλοποιούνται κατά κόρον από την σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία.

Πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ του φασισμού, ως συστήματος θεωρητικών θέσεων και του φασισμού, ως πρακτικής κρατικής πολιτικής.

 Οι ιδεολογικές εκφάνσεις του φασισμού είναι σήμερα ορατές σε όλες τις χώρες του ιμπεριαλισμού, τόσο ξεχωριστά, όσο και στην κοινή τους πολιτική. Αρκεί να παραθέσουμε τα παραδείγματα των αντικομμουνιστικών νόμων στις χώρες της  Ευρώπης (Λετονία, Λιθουανία, Εσθονία, Ουγγαρία, Τσεχία, Μολδαβία κ.ά.), καθώς και την απόπειρα της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπηςνα δικάσει τον κομμουνισμό, προσπαθώντας με αυθάδεια και ψεύδος να βάλει τον κομμουνισμό στην ίδια ζυγαριά με το φασισμό επειδή αποτελούν, δήθεν, και οι δύο κάποια μορφή ολοκληρωτισμού. Στη Ρωσία ο αντικομμουνισμός εμφανίζεται στην παράθεση της ιστορίας, στην επίσημη αντισοβιετική προπαγάνδα , στη μετονομασία πόλεων, οδών, στην κατάργηση εορτών, που έχουν νόημα για τους εργαζόμενους, στην καθιέρωση ως κρατικής σημαίας αυτού, που έφεραν οι προδότες που πολέμησαν στην πλευρά του Χίτλερ.

Καθοριστικό χαρακτηριστικό του φασισμού ως πολιτικής είναι η απόρριψη των δημοκρατικών θεσμών και η εφαρμογή ανοιχτά τρομοκρατικών μεθόδων κρατικής πολιτικής. Σήμερα, στην εξωτερική τους πολιτική οι ΗΠΑ και οι χώρες του ΝΑΤΟ διατηρούν, αν και σε συρρικνωμένη μορφή, στοιχεία της αστικής δημοκρατίας, ενώ στην εξωτερική πολιτική καταπατούν όλους τους δημοκρατικούς κανόνες. Χρησιμοποιώντας τα λόγια του Λένιν:  «Μπροστά μας βρίσκεται τελείως γυμνός ο ιμπεριαλισμός, που ούτε το θεωρεί καν απαραίτητο να σκεπαστεί με κάτι, πιστεύοντας πως κι έτσι είναι μεγαλοπρεπής». (τόμος 42, σελ. 63). Ο ιμπεριαλισμός στην εξωτερική του πολιτική, που αποτελεί συστατικό μέρος της αστικής δικτατορίας, την οποία υλοποιεί, καταφεύγει όλο και συχνότερα σε μέτρα ανοιχτής βίας, αιματηρής τρομοκρατίας. Αναφερθήκαμε ήδη στη σειρά των γεγονότων, που χαρακτηρίζουν το φαινόμενο: Γιουγκοσλαβία, Ιράκ, Λιβύη, Συρία. Το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο σήμερα προσπαθεί επίμονα να βάλει και την Ουκρανία σε αυτό τον κατάλογο.

Η εφαρμογή της πολιτικής του φασισμού από τα ισχυρότερα ιμπεριαλιστικά κράτη στη Μέση Ανατολή προσδίδει ιδιαίτερη επικινδυνότητα στην τεχνητή κλιμάκωση της έντασης στην περιοχή αυτή. Σήμερα αυτή την κατάσταση την αντανακλά με μεγαλύτερη ακρίβεια ο επιστημονικά τεκμηριωμένος και καθιερωμένος στη ρωσική πολιτική δημοσιολογία όρος «εξαγόμενος φασισμός». Ο εξαγόμενος φασισμός είναι η απροκάλυπτη τρομοκρατική ιμπεριαλιστική πολιτική βίας και αιματηρής επίλυσης των ζητημάτων εξασφάλισης των συμφερόντων του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού, που αγνοεί όλους τους νόμους και τους κανόνες του διεθνούς δικαίου και που πηρύνας της είναι το χρηματιστικό κεφάλαιο. Δεν πρέπει να κλείνουμε τα μάτια σε αυτή τη σύγχρονη μορφή του φασισμού.

Δυστυχώς ορισμένοι σύντροφοι τόσο στο εσωτερικό της Ρωσίας, όσο και σε άλλες χώρες, περιλαμβανομένων και εκπροσώπων ορισμένων κομμουνιστικών κομμάτων δεν αποδέχονται, προς το παρόν, αυτό το συμπέρασμα, ισχυριζόμενοι, ότι ο ορισμός του φασισμού, στον οποίο στηρίζεται αυτό το συμπέρασμα, δεν είναι απόλυτα σωστός. Μάλιστα λένε εντελώς σωστά, ότι δεν είναι φασισμός κάθε βία του ιμπεριαλισμού, ότι γεγονότα ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας υπήρχαν και τον καιρό της ΕΣΣΔ. Πραγματικά, και πριν την εμφάνιση του φασισμού και μετά τη συντριβή του στον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις έκαναν επεμβάσεις και πολέμους. Υπήρχε η κατοχή της Παλαιστίνης, περιοχών της Συρίας, του Λιβάνου, το 40% του εδάφους της Κύπρου ήταν υπό κατοχή, εξαπολύθηκε ιμπεριαλιστικός πόλεμος στην Κορέα με απόφαση του ΟΗΕ, έγινε ιμπεριαλιστικός πόλεμος στο Βιετνάμ. Οι ιμπεριαλιστές έκαναν εκατοντάδες εγκλήματα στην Αφρική, τη Λατινική Αμερική, ακόμα και στην Ευρώπη. Στην Ελλάδα έγινε ιμπεριαλιστική στρατιωτική επέμβαση της Βρετανίας και μετά των ΗΠΑ και ένας αιματηρός εμφύλιος πόλεμος. Γιατί αυτές τις επιθέσεις δεν τις σχετίζουμε με το φασισμό, ενώ μετά τη χρεοκοπία (κραχ) της ΕΣΣΔ και του σοσιαλιστικού στρατοπέδου υιοθετήσαμε τον ορισμό «εξαγώγιμος φασισμός»; Αυτό, δήθεν, δεν αποδεικνύει την ύπαρξη του «εξαγώγιμου φασισμού», αλλά την επιθετικότητα του ιμπεριαλισμού, που γίνεται όλο και αντιδραστικότερος.

Απαντούμε σύντομα – ορισμένες από αυτές τις επιθέσεις τις σχετίζουμε ακριβώς με το φασισμό (για παράδειγμα στην Ελλάδα), ενώ άλλες δεν τις σχετίζουμε, επειδή δεν εμπίπτουν στον ορισμό του φασισμού. Θα σταθούμε λεπτομερέστερα σε αυτό.

Θα επαναλάβουμε, ότι καθοριστικό χαρακτηριστικό του φασισμού ως πολιτικής είναι η απόρριψη των δημοκρατικών θεσμών και η εφαρμογή ανοιχτά τρομοκρατικών μεθόδων κρατικής πολιτικής. Και στους καιρούς της ΕΣΣΔ, από την άποψη ενός επιστημονικού ορισμού, υπήρχαν αναμφισβήτητα εκφάνσεις του φασισμού. Για παράδειγμα, στη Χιλή η κρατική εξουσία ανήκε στους φασίστες και το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για το καθεστώς των μαύρων συνταγματαρχών στην Ελλάδα.

Φασισμός είναι η ανοιχτά τρομοκρατική δικτατορία των πιο αντιδραστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου, όχι όμως απαραίτητα του εγχώριου που καθόλου απαραίτητα δεν εγκαθίσταται για πολύ. Συχνότερα αυτή η δικτατορία γρήγορα καλύπτεται και πάλι από το κάλυμμα των αστικοδημοκρατικών μορφών.

Τη νεώτερη περίοδο ο φασισμός εμφανίστηκε στη Ρωσία τον Οκτώβρη του 1993, μέσα από την επίθεση στο κοινοβούλιο. Η δικτατορία του χρηματιστικού κεφαλαίου, πραγματοποιώντας με τη βοήθεια του φασισμού την απαραίτητη για τον ιμπεριαλισμό πράξη, μπορεί να ξαναφορέσει το ρούχο της αστικής δημοκρατίας, επειδή και ο φασισμός και η αστική δημοκρατία είναι μόνο μορφές πραγματοποίησης της δικτατορίας της αστικής τάξης.

Στον καιρό της ΕΣΣΔ η αστική δημοκρατία (η δικτατορία της αστικής τάξης) ήταν αναγκασμένη, πολύ περισσότερο από σήμερα, να προσανατολίζεται στους δημοκρατικούς κανόνες και το διεθνές δίκαιο, να χρησιμοποιεί πολύ σπανιότερα τη φασιστική πολιτική.

Τη λεπτομερέστερη εξέταση αξίζει το ερώτημα: μήπως εμείς χωρίζουμε τις ιμπεριαλιστικές χώρες σε «κακές» («φασιστικές», «νεοφασιστικές») και «καλές»; Και ακόμα το κάλεσμα για τη δημιουργία «αντιφασιστικών μετώπων», σε μια δήθεν αταξική κατεύθυνση με όλους τους «προοδευτικούς και τίμιους ανθρώπους» μοιάζει κατά τη γνώμη σειράς συντρόφων πολύ με την αντιαμερικάνικη προπαγάνδα που μπορεί να ακούσει κανείς από πολλούς οπορτουνιστές, ξεκινώντας από τους οπαδούς του Τσάβες και τελειώνοντας στους αγκιτάτορες του Πούτιν στη Ρωσία. Δεν είναι άραγε επικίνδυνη αυτή η θέση για το κομμουνιστικό κίνημα και την εργατική τάξη λόγω της δημιουργίας σύγχυσης κατά τη διαμόρφωση μιας γραμμής δήθεν «εξυγίανσης» του ιμπεριαλισμού μέσω του διαχωρισμουύ από τις «φασιστικές δυνάμεις»; Δεν ηχεί άραγε εδώ ένα κάλεσμα για ένωση με άλλες δυνάμεις, που δεν έχουν καμία σχέση με την υπόθεση του σοσιαλισμού; Δεν εμφανίζεται ουσιαστικά, στο όνομα της πάλης με το φασισμό το ρίσκο ενίσχυσης των δυνάμεων, που υποστηρίζουν τη συνεργασία με τον οπορτουνισμό, τη σοσιαλδημοκρατία, με τμήματα της αστικής τάξης; Δεν ανοίγει έτσι ο δρόμος για την επιλογή του λιγότερο κακού ιμπεριαλιστή; Δηλαδή, σε περίπτωση περιφερειακής ή γενικευμένης πολεμικής σύγκρουσης, το κομμουνιστικό κίνημα θα πρέπει να υποστηρίξει συγκεκριμένες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, στο όνομα του γεγονότος, ότι οι άλλες είναι «φασιστικές»; Ο Λένιν σε πολλά έργα του υπογράμμιζε, ότι «η εργατική τάξη, αν είναι συνειδητή, δεν μπορεί να είναι με το μέρος καμιάς ομάδας ιμπεριαλιστών ληστών» (Λένιν, τ. 32, σελ. 335). Τα ερωτήματα είναι απολύτως νόμιμα και κατανοητά. Απαιτούν ουσιαστική απάντηση.

Απαντούμε: το κομμουνιστικό κίνημα, χωρίς να εντάσσεται σε καμιά ιμπεριαλιστική ομάδα, πρέπει, ξεκινώντας από τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και της εξασφάλισης των ευνοϊκότερων συνθηκών για το ξεδίπλωμα της ταξικής της πάλης, να είναι ενάντιο στις φασιστικές εκφάνσεις του ιμπεριαλισμού, όπως έκαναν τα κόμματα που συμμετείχαν στην Κομμουνιστική Διεθνή και η Σοβιετική Ένωση, που προχώρησε σε προσωρινή συμμαχία με τις αντιφασιστικές δυνάμεις για την ταχύτερη συντριβή του φασισμού. Το να αγνοείται και να υποτιμάται αυτή η ιστορική εμπειρία και αυτή η κομμουνιστική πρακτική θα ήταν εντελώς ανεπίτρεπτο. Εμείς δεν είμαστε υπέρ κάποιας ομάδας, αλλά λέμε, ότι από την άποψη της υπεράσπισης των ζωτικών και μακροχρόνιων συμφερόντων της εργατικής τάξης πρέπει να παίρνουμε θέση ενάντια στο φασισμό. Και εάν το καταφέρουμε να κατευθύνουμε κάποια αστικοδημοκρατικά κινήματα ενάντια στο φασισμό. Και μάλιστα κατευθύνουμε εναντίον του φασισμού σύμφωνα με τον ορισμό της Διεθνούς! Όποιος συμφωνεί είναι σύμμαχός μας. Την αντιαμερικάνικη και αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση δεν πρέπει να τις ονομάζουμε αταξικές, στις συνθήκες που το αμερικάνικο χρηματιστικό κεφάλαιο κάνει επιχειρήσεις τη μια μετά την άλλη για την καταστροφή αστικοδημοκρατικών καθεστώτων και άλλων χωρών μέσω της απροκάλυπτης τρομοκρατικής δικτατορίας και ρίχνει τους λαούς αυτών των χωρών σε στάδια πολύ λιγότερο ευνοϊκά για την πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής επανάστασης, σε σύγκριση με εκείνα, στα οποία βρίσκονταν πριν τη φασιστική παρέμβαση.

Δεν χωρίζουμε τον ιμπεριαλισμό σε κακό και καλό, λέμε, ότι ο φασισμός είναι προϊόν του ιμπεριαλισμού, μορφή πραγματοποίησης της δικτατορίας της αστικής τάξης, όμως αυτή η μορφή δεν είναι καθόλου υποχρεωτική για όλα τα ιμπεριαλιστικά κράτη και για όλους τους καιρούς, και αυτό εμείς πρέπει να το καταλαβαίνουμε και να το βλέπουμε. Στον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ιμπεριαλισμός υπήρχε και στη Γερμανία και στην Αγγλία και στις ΗΠΑ, όμως εμείς δεν λέμε, ότι ο ιμπεριαλισμός που πολέμησε με τον Χίτλερ είναι καλός, αλλά λέμε, ότι αυτοί ήταν σύμμαχοι με την ΕΣΣΔ στην πάλη με το φασισμό. Το να μπει μια σφήνα στο στρατόπεδο του ιμπεριαλισμού με την ίδια γραμμή – εναντίον του φασισμού, όπως έκανε η ΕΣΣΔ, είναι και σήμερα δυνατόν και αναγκαίο, ενώ είναι εντελώς ανεπίτρεπτο να αγνοείται η αντίστοιχη επιτυχημένη ιστορική εμπειρία.

Εναντίον του φασισμού πρέπει να ξεσηκώνεται και η αστική δημοκρατία, επειδή ο φασισμός πνίγει τη δημοκρατία. Ο Στάλιν έλεγε, ότι το ριγμένο στη λάσπη λάβαρο της δημοκρατίας δεν υπάρχει κανείς άλλος να το σηκώσει, εκτός από τους κομμουνιστές.

Φυσικά, πρέπει να απαντήσουμε και στην άδικη κατηγορία προς εμάς, ότι δήθεν διαχωρίζουμε την εξέταση της πολιτικής των ιμπεριαλιστικών κρατών σε εξωτερική και εσωτερική. Και η εσωτερική και η εξωτερική πολιτική κάθε ιμπεριαλιστικού κράτους κατευθύνεται στην πραγματοποίηση της δικτατορίας του ιμπεριαλιστικού κράτους και σε αυτό το στοιχείο βρίσκεται η ενότητα και ο αδιάσπαστος χαρακτήρας τους. Γι’ αυτό ο Β. Ι. Λένιν υπογράμμιζε: «Δεν υπάρχει πιο λαθεμένη και πιο επιζήμια ιδέα από την απόσπαση της εξωτερικής πολιτικής από την εσωτερική. Και τον καιρό ακριβώς του πολέμου το τερατώδες λάθος παρόμοιας απόσπασης γίνεται ακόμα πιο τερατώδες. Ωστόσο η αστική τάξη κάνει τα αδύνατα δυνατά για να εμπνεύσει και να υποστηρίξει αυτή την ιδέα» (Άπαντα, τ. 32, σελ. 335).

Στους συντρόφους κομμουνιστές απαντάμε με πλήρη υπευθυνότητα, ότι δεν είμαστε εμείς που αποσπούμε την εξωτερική από την εσωτερική πολιτική. Αντίθετα, εμείς υπογραμμίζουμε, ότι ο φασισμός είναι εσωτερικό προϊόν του ιμπεριαλισμού, όμως η αντιδραστική ουσία του ιμπεριαλισμού μπορεί να εκδηλώνεται διαφορετικά στο εσωτερικό της χώρας και στην εξωτερική πολιτική. Διαπιστώνουμε τις όλο και πιο δραστήριες προσπάθειες του αμερικάνικου και του δυτικοευρωπαϊκού χρηματιστικού κεφαλαίου να εξασφαλίσει τα συμφέροντά του στην εξωτερική σφαίρα με φασιστικές μεθόδους ανοιχτής τρομοκρατίας. (Εάν οι γερμανοί εθνικοσοσιαλιστές δεν ασκούσαν εσωτερική τρομοκρατική πολιτική και κατεύθυναν όλη τους την επιθετικότητα προς την εξωτερική πλευρά δεν θα έπαυαν να είναι φασίστες). Τα ακόλουθα λογικά ερωτήματα προς εμάς αποτελούν και αυτά συνέχεια της ανάλυσης:

α) Τη διεξαγωγή του ιμπεριαλιστικού πολέμου θα τη συσχετίζουμε με όλες τις μορφές της αστικής δικτατορίας ή με κάποια μια;

β) Κάνουμε διάκριση μεταξύ των πολέμων, που καταπατούν το διεθνές δίκαιο και εκείνων, που δεν το καταπατούν; Μπορούμε να χωρίζουμε τους πολέμους σύμφωνα με αυτό το χαρακτηριστικό;

γ) Δεν αποτελεί αντίφαση η έκκληση στο άρθρο: «να διατηρήσουμε τη ορθοδοξία» και ταυτόχρονα η πρόσκληση: «καλούμε όλους τους προοδευτικούς και τίμιους ανθρώπους να ενωθούν σε αντιφασιστικά μέτωπα»;

Σε αυτά απαντούμε όπως προκύπτει από τη μαρξιστική επιστήμη:

Α) Υπογραμμίζουμε, ότι ο ιμπεριαλισμός πάντα εγκυμονεί πολέμους, ενώ ο φασισμός είναι μια μόνο από τις μορφές πραγματοποίησης της δικτατορίας της αστικής τάξης. Οι αστικές δημοκρατίες διεξάγουν πολέμους και μεταξύ τους, και με τις αδύναμες χώρες και με τις χώρες του σοσιαλισμού. Οι χώρες αυτές δεν είναι καθόλου υποχρεωτικό να είναι φασιστικές στην πολιτική τους.

Β) Δεν χωρίζουμε τους πολέμους σε νόμιμους και σε αυτούς που καταπατούν το νόμο. Ξεκινούμε από το λενινιστικό ορισμό του πολέμου ως προϊόντος των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, ως ένοπλης πάλης των τάξεων, των εθνών ή των κρατών. Όμως, ταυτόχρονα, σημειώνουμε, ότι οι πόλεμοι για τις χώρες και τους λαούς μπορεί να είναι δίκαιοι και τα ζητήματα του αστικού δικαίου εδώ δεν έχουν θέση.

Γ) Η ορθοδοξία δεν απορρίπτει την εκτίμηση της θέσης των κοινωνικών στρωμάτων και των κρατών σχετικά με ένα συγκεκριμένο ζήτημα, στη δεδομένη περίπτωση με το φασισμό, πόσο μάλλον με το φασισμό σύμφωνα με τον ορισμό της Διεθνούς. Η τακτική των λαϊκών μετώπων της Διεθνούς ήταν συνολικά σωστή.

Τίθενται πολλά ερωτήματα και αυτό δείχνει, ότι το θέμα είναι αναμφισβήτητα εξαιρετικά επίκαιρο. Σύντροφοι λένε, μεταξύ άλλων, ότι ο φασισμός όχι στη γενική του μορφή, αλλά στη μορφή του ναζισμού χρησιμοποιεί στην ιδεολογία το ρατσισμό, τον εθνικισμό στη σοβινιστική του εκδοχή, σήμερα όμως κάτι τέτοιο δεν παρατηρείται από την πλευρά των ΗΠΑ και των συμμάχων τους. Φοβούνται, ότι η πολιτική των συνασπισμών με την αστική δημοκρατία ενάντια στον αφανή φασισμό μπορεί να καταστήσει τους κομμουνιστές ουραγούς στην πρακτική πολιτική. Μια σειρά συντρόφων διαβλέπουν μεγάλο κίνδυνο φασισμού στις εθνικιστικές τάσεις και οργανώσεις στη Ρωσία (ΔΠΝΙ – Κίνημα ενάντια στην παράνομη μετανάστευση), στην Ελλάδα (Χρυσή Αυγή) και σε άλλες χώρες, και ισχυρίζονται χωρίς τεκμηρίωση, ότι η έννοια «εξαγώγιμος φασισμός» δήθεν προκαλεί συγχύσεις.

Απαντούμε, ότι ο ορισμός του φασισμού, που έδωσε η Διεθνής,  και η διαπίστωση της ύπαρξης του «εξαγώγιμου φασισμού» δεν αρνείται με κανένα τρόπο τις δυνατότητες εμφανίσεων του φασισμού στο εσωτερικό των χωρών. Το φτιασίδωμα του κόμματος «Χρυσή Αυγή» από το ελληνικό κεφάλαιο και η πρακτική της λειτουργίας του είναι εκδήλωση της προετοιμασίας του φασισμού στη βάση του αστικού εθνικισμού στην Ελλάδα.

Οι πυροβολισμοί ενάντια σε εργάτες στο Καζαχστάν, το 2001, είναι εκδήλωση φασισμού. Τα πυρά εναντίον του Ανώτατου Σοβιέτ στη Ρωσία, το 1993 είναι εκδήλωση φασισμού. Σήμερα, στις διαδηλώσεις της κατευθυνόμενης από το ξένο χρηματιστικό κεφάλαιο λεγόμενης αντιπολίτευσης στο Κίεβο, φαίνονται καθαρά κλασικά γνωρίσματα του φασισμού. Πίσω από όλες αυτές τις εκδηλώσεις της τρομοκρατικής δικτατορίας στέκονται τα συμφέροντα του μεγάλου ιμπεριαλιστικού, χρηματιστικού κεφαλαίου. Σε αυτές τις συνθήκες είναι εντελώς ανεπίτρεπτο να κρύβουμε το κεφάλι στην άμμο και να μη βλέπουμε τις εκδηλώσεις του φασισμού. 

Δεχόμαστε με ευγνωμοσύνη όλα τα επιχειρήματα που λάβαμε και απαντάμε σε αυτά με τον εξής τρόπο: είμαστε έτοιμοι να συζητήσουμε το κατά πόσο είναι δόκιμος ο όρος εξαγόμενος φασισμός, δεν είναι εφικτή η μετάφραση σε όλες τις γλώσσες της ρωσικής του έννοιας, ως εκδήλωσης μιας εσωτερικής ιδιότητας στον εξωτερικό κόσμο.  Θέλουμε να τονίσουμε ότι δεν επιμένουμε σε μια κατά γράμμα χρήση αυτού του όρου, κατά την ερμηνεία του συγκεκριμένου φαινομένου που περιγράφεται από αυτά τα λόγια, αλλά επιμένουμε στην αναγνώριση της ύπαρξης του φαινομένου.Σε ότι αφορά το πρωτόγνωρο φαινόμενο εξηγούμε και τονίζουμε ότι είναι εμφανή τα παρακάτω χαρακτηριστικά:

  •       αυτή η πολιτική εκφράζει πρώτα και κύρια τα συμφέροντα του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου, έχει στόχο την σωτηρία του συστήματος, που βασίζεται στην άνοδο της παντοδυναμίας των διεθνικών επιχειρήσεων σε περιόδους κρίσης.
  •       Αυτές οι εκδηλώσεις, αναμφίβολα, αποτελούν εσωτερικό προϊόν του ίδιου του ιμπεριαλισμού και απλώς υλοποιούνται περισσότερο στην εξωτερική πολιτική.
  •       Η βία σε αυτή την περίπτωση δεν είναι απλά αυτή του συνηθισμένου ιμπεριαλισμού, αλλά του ιμπεριαλισμού που διευθύνεται από το πιο αντιδραστικό χρηματιστικό κεφάλαιο της περιόδου της κρίσης, που απορρίπτει όλους τους κανόνες της διεθνούς δημοκρατίας και της νομιμότητας.
  •       Η ιδεολογία του ρατσισμού, που χαρακτήριζε τους φασίστες του προηγούμενου αιώνα, εμφανίζει τώρα ως υπανάπτυκτα, μη δημοκρατικά, αποδιοπομπαία ολόκληρα κράτη και λαούς μαζί με τις σύγχρονες κυβερνήσεις τους.
  •       Χρησιμοποιώντας έναν καταιγισμό κοινωνικής δημαγωγίας λένε σε όλο τον κόσμο ότι όλα δήθεν γίνονται στο όνομα της δημοκρατίας και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με την Δυτική αστική τους έννοια.

Μαζική βάση του φασισμού, όπως και στον 20ο αιώνα είναι οι μικροαστοί, δεδομένης της διπλής τους φύσης, που πολλές φορές επισήμαναν οι μπολσεβίκοι και ο Λένιν. Ο τρομοκρατικός χαρακτήρας της δικτατορίας των πιο αντιδραστικών κύκλων του κεφαλαίου συμπληρώνεται από τον εξτρεμιστικό χαρακτήρα της ιδιοσυγκρασίας των μικροαστών, που αγανακτούν σε περιόδους κρίσης από το φόβο να χάσουν τη θέση τους. Αυτό το φόβο οι μικροϊδιοκτήτες τον εκφράζουν σε όλες τους τις συμμαχίες και με την εργατική τάξη και με την αστική. Ο εξτρεμισμός και ο τυχοδιωκτισμός που τους χαρακτηρίζει καθορίζεται επίσης και από τη διττή φύση αυτής της τάξης, από την αστάθεια της οικονομικής της θέσης: από τη μια, από την κάποια δυνατότητα ένταξής της στην τάξη των εκμεταλλευτών και τον τυχοδιωκτισμό που οφείλεται σε αυτό και, από την άλλη, από τη μεγάλη πιθανότητα σε περίπτωση αποτυχίας να εκπέσει στις γραμμές των στερούμενων τα μέσα παραγωγής προλετάριων. Αυτή η αστάθεια γεννά τον τυχοδιωκτισμό, την κυριαρχία των ακροτήτων στην ιδιοσυγκρασία αυτής της τάξης. Συζητώντας τη δυνατότητα φασιστικοποίησης στη χώρα μας και σε όλο τον κόσμο, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τη θέση αυτής της τάξης. Ως εργαζόμενοι, είναι πιθανοί και ευπρόσδεκτοι σύμμαχοι των υφιστάμενων την εκμετάλλευση, αλλά και το κεφάλαιο παλεύει για την υποστήριξή τους, εφόσον είναι ιδιοκτήτες.

Όλα αυτά τα γνωρίσματα και τα χαρακτηριστικά συνολικά μας δίνουν επαρκή βάση ώστε να χαρακτηρίσουμε την πολιτική του ιμπεριαλισμού με επικεφαλής τις ΗΠΑ στη διεθνή σκηνή σε σχέση με σειρά χωρών φασιστική.

Τα επιχειρήματα ορισμένων συντρόφων, που φέρνουν αντιρρήσεις, δείχνουν, δυστυχώς την έλλειψη θέλησης ή την αδυναμία τους να υποστηρίξουν μια ακριβή έννοια. Οι συγγραφείς ενώ φαίνεται να συμφωνούν με τον ορισμό του φασισμού, ως απροκάλυπτης τρομοκρατικής δικτατορίας των πιο αντιδραστικών κύκλων του χρηματιστικού κεφαλαίου, δηλαδή αναγνωρίζουν το φασισμό ως πολιτική, κατόπιν αποκλίνουν στην κατανόησή του μόνο ως ιδεολογίας. Είναι εμφανής η παραγνώριση του γεγονότος, ότι πρόκειται ακριβώς για απροκάλυπτη, δηλαδή όχι συγκαλυμμένη από δημοκρατικές διαδικασίες τρομοκρατική δικτατορία, που δεν αντιπαρατίθεται μόνο στο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα, αλλά και στην αστική δημοκρατία, όπως και ο γερμανικός και ο ιταλικός φασισμός αντιπαρατίθονταν στην αμερικάνικη και την αγγλική αστική δημοκρατία. Λέμε, ότι ο φασισμός, που γεννήθηκε στο εσωτερικό των ΗΠΑ και άλλων ιμπεριαλιστικών χωρών δεν είναι το ίδιο εμφανής στο εσωτερικό τους, αλλά υφίσταται στη διεθνή τους πολιτική, ενώ, σύμφωνα με όσους μας ασκούν κριτική, εάν μέσα στις ΗΠΑ δεν υπάρχουν φασιστικές εκδηλώσεις, δεν υπάρχει φασισμός, ούτε στην εξωτερική πολιτική τους. Αλλά μας πλασάρουν ισχυρισμούς, ότι στη Ρωσία υπάρχει ο «ρωσικός φασισμός», στην Ελλάδα ο ελληνικός, που ταυτίζεται με τα εθνικιστικά ρεύματα, που υπάρχουν σε πολλές χώρες στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας. Αυτά όμως υπήρχαν και στην τσαρική Ρωσία και πήραν αποκρουστικές μορφές σαν τα εβραϊκά πογκρόμ των τσερνοσότεντσι (μαυροεκατονταρχίτες), αλλά δεν ήταν φασιστικά. Οι συντάκτες των παρατηρήσεων δε βλέπουν, ότι στο ίδιο το Ιράκ ο αμερικάνικος φασισμός εξάρθρωσε το ιρακινό αντιδραστικό, αλλά αστικοδημοκρατικό κράτος, χωρίς να δώσει ιδιαίτερη σημασία στην εξάλειψη του κομμουνιστικού κινήματος.

Ακόμη πιο περίεργοι φαίνονται οι ενδοιασμοί, ότι η αλληλεπίδραση στην πάλη με το φασισμό μπορεί να καταστήσει τους κομμουνιστές ουρά της σοσιαλδημοκρατίας. Οι μπολσεβίκοι πάλευαν ενάντια στον Κορνίλοφ, που ήταν δεξιότερος της προσωρινής κυβέρνησης, αλλά δεν έγιναν ουρά της προσωρινής κυβέρνησης. Ο Στάλιν σύναψε συμμαχία με τις ΗΠΑ και την Αγγλία ενάντια στο χιτλερικό φασισμό, χωρίς να καταστήσει τη Σοβιετική Ένωση ουρά των Ρούζβελτ και Τσόρτσιλ.

Εμείς για μια ακόμα φορά καλούμε τα κομμουνιστικά κι εργατικά κόμματα να ακούσουν τη φωνή της θεωρίας και την εμπειρία της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Στο σημερινό αγώνα ενάντια στην επίθεση στη Συρία, κατά της συνεχιζόμενης κατοχής των παλαιστινιακών και συριακών εδαφών από το Ισραήλ, ενάντια στις απειλές κατά του Ιράν και της ΛΔ της Κορέας, όλες οι αντιφασιστικές δυνάμεις, που αντιλαμβάνονται το φασισμό σύμφωνα με τον ορισμό της Διεθνούς, πρέπει να ενωθούν με συγκεκριμένα έργα. Όλοι οι προοδευτικοί και έντιμοι άνθρωποι πρέπει να ενωθούν και να στοχεύσουν στην απόκρουση του φασισμού, που αναβιώνει και προωθείται στη διεθνή αρένα. Σε αυτή την πάλη οι κομμουνιστές δίνουν έναν ξεκάθαρα εκφρασμένο ταξικό χαρακτήρα. Παραφράζοντας λίγο τον Λένιν, πρέπει να πούμε, ότι η πάλη με το φασισμό, εάν δεν συνδέεται με την πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό, είναι μια κενή ψεύτικη φράση.

Στις σημερινές συνθήκες, που η αντίδραση επιτίθεται με τις αυξανόμενες εκδηλώσεις φασισμού, οι κομμουνιστές απαιτείται να διατηρήσουν την ορθοδοξία τους και την ανειρήνευτη πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό σε όλα τα μέτωπα και σε όλες τις χώρες. Και αυτός ο αγώνας, έχουμε ήδη αναφερθεί στο Λένιν, πρέπει να «συνδέεται αδιάσπαστα με την πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό». Η σημερινή κατάσταση στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα είναι μια κατάσταση του διχασμού και ταλαντεύσεων, ισχυρότατης δεξιάς παρέκκλισης. Ως εκ τούτου, είναι απολύτως απαραίτητο να συμβουλευτούμε τον Λένιν. Αυτή η αναγκαιότητα για την επεξεργασία σωστής πορείας υπαγορεύεται από περιστάσεις, όπως είναι η εμφάνιση τέτοιων κομμάτων (για παράδειγμα, το ΚΚ των ΗΠΑ ), στα οποία από τη θεωρία του επιστημονικού κομμουνισμού απέμεινε μόνον η κομμουνιστική επιλογή και η ιστορική παράδοση. Άλλα κόμματα αρνούνται τα σύμβολα τους, όπως το σφυροδρέπανο, σαν ξεπερασμένο δήθεν (ΚΚ Γαλλίας). Ακόμα άλλα δηλώνουν πως έχουν εξαντληθεί τα περιθώρια για επανάσταση (ΚΚΡΟ). Κάποια άλλα αναδεικνύουν ούτε λίγο ούτε πολύ ως κύριο στόχο των προγραμματικών καθηκόντων τους την προστασία των δικαιωμάτων των σεξουαλικών μειονοτήτων (ΚΚ Ιταλίας, ΚΚ Γαλλίας και άλλοι ευρωαριστεροί). Όλοι μαζί σιωπηλά αρνούνται να αναγνωρίσουν την ανάγκη της Δικτατορίας του Προλεταριάτου, αλλά είναι υπέρ της σκοπιμότητας βελτίωσης του αστικού συστήματος, μέσω της συμμετοχής σε διάφορες κεντροαριστερές κυβερνήσεις «λαϊκής εμπιστοσύνης». Είναι οπαδοί του σοσιαλισμού της αγοράς. Δηλαδή έχουμε εξαιρετικά μεγάλη σύγχυση ιδεών και οργανωτική διάσταση. Η καλύτερη καρικατούρα του μαρξισμού είναι η σύγχρονη πολιτική του άλλοτε ένδοξου ΚΚ Γαλλίας, που ήταν υπερήφανο για το γεγονός, ότι στη σύνθεση του Αριστερού Μετώπου συνέβαλε στη νίκη στις προεδρικές εκλογές του σοσιαλιστή Ολάντ. Σήμερα αυτός ο «αριστερός» πρόεδρος επιδιώκει τη νομιμοποίηση του γάμου των ομοφυλοφίλων και το άμεσο χτύπημα της Συρίας. Αυτός ο ψευτομαρξισμός δεν είναι καθόλου απαραίτητος στην εργατική τάξη. Κάνουμε κριτική στο ΚΚΓ επειδή, αντί να παλεύουν για τα δικαιώματα της εργατικής τάξης, καταπιάστηκαν με τον αγώνα για το LGBT, στρέφοντας μάλιστα την προσοχή της εργατικής τάξης από την ταξική πάλη στην υπεράσπιση ψεύτικων αξιών. Το ΚΚΓ έφτασε να υποστηρίζει τους ιμπεριαλιστές, περιορίζοντας τη δραστηριότητά του στην υποστήριξη των σεξουαλικών μειοψηφιών. Αυτό άραγε δεν είναι παράδειγμα εκφυλισμού, που δυσφημεί το κομμουνιστικό κίνημα;

Σήμερα δεν υπάρχει προς το παρόν  Κομμουνιστική Διεθνής. Η πιο γνωστή μορφή της αλληλεπίδρασης μεταξύ των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων είναι οι ετήσιες συναντήσεις, που ξεκίνησαν με πρωτοβουλία του ΚΚΕ το 1998. Φέτος θα πραγματοποιηθεί η 16η σχετική συνάντηση. Σ’ αυτά τα φόρα συγκεντρώνονται πολύ διαφορετικά κόμματα, και εκεί συζητούνται δύο τάσεις ανάπτυξης της σύνθεσης αυτών των συναντήσεων. Η πρώτη υποστηρίζει την αύξηση της συμμετοχής, προσκαλώντας όλους τους αριστερούς, όλους όσους ισχυρίζονται ότι είναι λαϊκές κι αριστερές οργανώσεις της αντιπολίτευσης. Η δεύτερη τάση, αντιθέτως, προσανατολίζεται στο να θέσει αυστηρά όρια συμμετοχής για τα μαρξιστικά κομμουνιστικά κόμματα, προτείνοντας την επεξεργασία ορισμένων αυστηρών κριτηρίων για την ένταξη. Για να μας βοηθηθούμε σε αυτό το έργο είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε τα κριτήρια του Λένιν για την ένταξη στην Κομιντέρν. Φυσικά και δεν γίνεται να μεταφέρουμε μηχανικά και χρησιμοποιήσουμε σήμερα συνθήκες και τις συνταγές του 1919, αλλά δεν μπορούμε να χαράξουμε τη στρατηγική και την τακτική του σήμερα χωρίς τη λενινιστική εμπειρία. Για να πάρουμε μια ιδέα για το πώς τα συμπεράσματά του είναι επίκαιρα στις συνθήκες μας, αρκεί να αναφέρουμε ορισμένες από αυτές τις απαιτήσεις:

- Απομάκρυνση από κάθε υπεύθυνη θέση στο εργατικό κίνημα (κομματική οργάνωση, συντακτική επιτροπή, συνδικάτο, κοινοβουλευτική ομάδα, συνεταιρισμό, δήμο κ.λπ. ) των ρεφορμιστών και των υποστηρικτών του «κέντρου»,

- Υποχρέωση αποκάλυψης όχι μόνον του απροκάλυπτου σοσιαλπατριωτισμού, αλλά του ψεύδους και της υποκρισίας του σοσιαλπασιφισμού.

-           Ανάγκη για πλήρη και απόλυτη ρήξη με το ρεφορμισμό και την πολιτική του «κέντρου» και προπαγάνδιση αυτής της ρήξης στους πιο πλατιούς κύκλους των μελών του κόμματος.

-          Υποχρεωτική εισαγωγή επίμονης πάλης ενάντια στη "Διεθνή" του Άμστερνταμ των κίτρινων συνδικάτων... δέσμευση με κάθε τρόπο της στήριξης της πρωτοεμφανιζόμενης Διεθνούς Ομοσπονδίας των Κόκκινων συνδικαλιστικών οργανώσεων, που συνδέονταν με την Κομμουνιστική Διεθνή.

-          Δέσμευση επανεξέτασης των μελών των κοινοβουλευτικών ομάδων τους, κι απομάκρυνσης των αναξιόπιστων στοιχείων.

Και άλλα.

Και βασική προϋπόθεση η αναγνώριση στην πράξη της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Αυτούς τους όρους πρέπει να τους μελετήσει κάθε κομμουνιστής, και η κάθε οργάνωση μπορεί να συζητήσει το πώς εφαρμόζονται στη σημερινή κατάσταση, στις ιδέες περί τίμιων βουλευτικών εκλογών, του αγώνα για την κεντροαριστερή κυβέρνηση εθνικής εμπιστοσύνης, της προώθησης σε πρώτο πλάνο του λεγόμενου εθνικού ζητήματος και τα παρόμοια. Αλλά είναι απολύτως σαφές ότι η πρώτη αρχή - ο πιο βασικός κρίκος του μαρξισμού παραμένει αμετάβλητος. Συζήτηση μπορεί να γίνει μόνο με εκείνα τα κόμματα που αποδέχονται τη δικτατορία του προλεταριάτου. Και δεν την αποδέχονται απλώς στα χείλη (Λένιν), αλλά κάνουν καθημερινή προπαγάνδα για την αναγκαιότητα της. Εργάζονται για την οργάνωση του προλεταριάτου σε τάξη για τον εαυτό της σήμερα. (Η πάλη με τον οπορτουνισμό και η αναγνώριση από τα ορθόδοξα κόμματα μόνο εκείνων, που αναγνωρίζουν το αναπόφευκτο της δικτατορίας του προλεταριάτου, δεν σημαίνει, ότι τα κόμματα, που εκφράζουν μικροαστικές τάσεις, κατηγορηματικά και αυτόματα εξαιρούνται από τον αριθμό εκείνων, με τα οποία είναι δυνατή η συμμαχία εναντίον του φασισμού. Η κοινή πάλη εναντίον της απειλής του φασισμού παρέχει τη δυνατότητα συμμαχιών των τάξεων των εργαζομένων με τη μορφή αντιφασιστικών λαϊκών μετώπων και τη δυνατότητα κρατικών μορφών, που αντιστοιχούν σε αυτές τις συμμαχίες, του τύπου των Λαϊκών Δημοκρατιών).

 Συχνά μας επικρίνουν για το γεγονός ότι δίνουμε πάρα πολλή προσοχή στην κριτική του οπορτουνισμού, και γενικά ως φαινομένου, και του διεθνούς, και ειδικότερα του εγχώριου ρωσικού, της ηγεσίας του ΚΚΡΟ, και μας συμβουλεύουν να κατευθύνουμε αυτή την ενέργεια για την αποκάλυψη του ιμπεριαλισμού συνολικά και επίσης του Πούτιν και του καθεστώτος του. Ωστόσο, με βάση ακριβώς τις παραπάνω οδηγίες του Λένιν, καθώς και τις διευκρινήσεις του, ότι «υπάρχουν όμως στιγμές που είσαι υποχρεωμένος - όταν υπάρχει κίνδυνος να προξενηθεί ανεπανόρθωτο κακό και στο κόμμα και στην επανάσταση - να βάλεις το ζήτημα ορθά – κοφτά και να ονομάσεις τα πράγματα με το πραγματικό τους όνομα» ( τ. 35, σελ. 343), εμείς αναγνωρίζουμε πως η σημερινή κατάσταση είναι έκτακτης ανάγκης, κι ακόμη σημειώνουμε ότι, δυστυχώς, είμαστε ιδεολογικοί αντίπαλοι ορισμένων κομμάτων που αυτοαποκαλούνται κομμουνιστικά. Η εξέταση αυτών των θεμάτων γίνεται ένα επείγον ζήτημα.

Εκτιμούμε ιδιαίτερα τη σημασία των ετήσιων διεθνών συναντήσεων (της λίστας του solidnet) και θα υποστηρίξουμε τη διεξαγωγή τους. Αυτό το έδαφος μας επιτρέπει να μάθουμε τη θέση των άλλων κομμάτων και να τοποθετηθούμε οι ίδιοι. Αλλά είναι μας απολύτως σαφές, ότι ωρίμασε η ανάγκη να μιλάμε ευθέως κι ανοιχτά, να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους σε σχέση με τον οπορτουνισμό όλων των διαφορετικών ειδών και εκδηλώσεων. Είναι ανάγκη να ενισχύσουμε την ενότητα των κομμάτων, που στέκονται στις θέσεις του ορθόδοξου μαρξισμού. Η έκδοση της ΔΚΕ μπορεί να βοηθήσει σε αυτήν την υπόθεση της θεωρητικής πάλης, εάν στο εσωτερικό της δικής μας συμμαχίας των 11 κομμάτων θα μιλάμε ευθέως, όπως ο Λένιν, τη γλώσσα του επιστημονικού κομμουνισμού.

Επιτυχίες σε όλους μας σε αυτό τον αγώνα!

 

                                      Κεντρική Επιτροπή του ΚΕΚΡ

Παρατηρήσεις των εκπροσώπων της «Κομμουνιστικής Επιθεώρησης» (ΚΚΕ) στη Συντακτική Επιτροπή της ΔΚΕ για το άρθρο: «Η πάλη των κομμουνιστών με τον ιμπεριαλισμό ως πηγή των πολέμων», που παρουσίασε το ΚΕΚΡ

 

Αρχικά στο άρθρο του ΚΕΚΡ αναδεικνύεται η σχέση του καπιταλισμού με τον πόλεμο, ωστόσο, πολύ γρήγορα το άρθρο εστιάζει στην άποψη που έχει παρουσιάσει το ΚΕΚΡ περί «εξαγώγιμου φασισμού». Αποδίδεται ο χαρακτηρισμός «φασιστικές» σε ορισμένες από τις ισχυρότερες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (ΗΠΑ, ΕΕ). Στην πορεία το άρθρο επιδιώκει να απαντήσει στις σοβαρές αντιθέσεις που έχουν εκδηλωθεί σχετικά με αυτή την ανάλυση. Ωστόσο, κατά την εκτίμησή μας, εξακολουθούν να παραμένουν σοβαρά ζητήματα στη συγκεκριμένη θεώρηση, με τα οποία δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε.

Καταρχήν, θεωρούμε πως ο διαχωρισμός των κρατών του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος σε φιλοφασιστικά – φιλοπόλεμα και μη, συσκοτίζει την αιτία γέννησης κι ισχυροποίησης του φασιστικού ρεύματος, που βρίσκεται στον ίδιο το μονοπωλιακό καπιταλισμό και στο εσωτερικό της κάθε χώρας. Έτσι δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με την άποψη αυτή τουδιαχωρισμού των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων σε «κακές» («φασιστικές», «νεοφασιστικές») και σε «καλές», ούτε βέβαια σε εκκλήσεις για να διαμορφώσουμε «αντιφασιστικά μέτωπα» σε αταξική κατεύθυνση, δηλαδή σε συμμαχίες χωρίς κοινωνικό-ταξικά κριτήρια, με όλους τους «προοδευτικούς και τίμιους ανθρώπους». Η αντίληψη αυτή, οδηγεί το κομμουνιστικό κίνημα και την εργατική τάξη στον αφοπλισμό της, στην παραίτησή της από την ιστορική αποστολή της και στη διαμόρφωση μια γραμμής δήθεν «εξυγίανσης» του ιμπεριαλισμού από τις «φασιστικές δυνάμεις». Ενώ σε διάφορα σημεία γίνονται αναφορές στην πάλη με τον οπορτουνισμό και στην ανάγκη αναγνώρισης της δικτατορίας του προλεταριάτου το κομμουνιστικό κίνημα καλείται να συμπορευτεί με άλλες δυνάμεις, (και αστικές) που δεν έχουν καμία σχέση με την υπόθεση του σοσιαλισμού. Στην πράξη στον όνομα της αντιμετώπισης του φασισμού ανοίγει ο δρόμος για συνεργασία με τον οπορτουνισμό, με τη σοσιαλδημοκρατία, με τμήματα της αστικής τάξης. Ανοίγει ο δρόμος επιλογής ιμπεριαλιστή. Δηλαδή, σε μια περιφερειακή ή γενικευμένη πολεμική σύγκρουση το κομμουνιστικό κίνημα να βρεθεί να στηρίζει συγκεκριμένες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, στο όνομα ότι οι άλλες είναι «φασιστικές». 

Στο άρθρο χρησιμοποιείται ο όρος «παγκόσμιος ιμπεριαλισμός». Ωστόσο, όταν αυτός ο όρος χρησιμοποιείται χωρίς αναφορά στην ανισόμετρη ανάπτυξη, στον ανταγωνισμό ανάμεσα σε διαφορετικές ιμπεριαλιστικές συμμαχίες και κέντρα, παραπέμπει στον υπερ-ιμπεριαλισμό. Κατά την εκτίμησή μας μπορούμε να μιλήσουμε για παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, όπου κάθε καπιταλιστική χώρα συμμετέχει στη βάση της ισχύος της αστικής τάξης της χώρας κι όπου μέσα σ’ αυτό το ιμπεριαλιστικό σύστημα διεξάγονται σκληροί ανταγωνισμοί, όπως και συνεργασίες, ανάμεσα στις αστικές τάξεις. Αντίθετα η έννοια «παγκόσμιος ιμπεριαλισμός» όχι μόνον σβήνει αυτή τη σύνθετη πραγματικότητα, αλλά προκαλεί και σύγχυση. Γιατί αν ο «παγκόσμιος ιμπεριαλισμός αγνοεί όλους τους νόμους και τους κανόνες του διεθνούς δικαίου», όπως γράφεται στο άρθρο, αυτό σημαίνει πως υποστηρίζεται η άποψη ότι κάποιες άλλες καπιταλιστικές χώρες, (π.χ. οι χώρες του BRICS), τηρούν τους «κανόνες του διεθνούς δικαίου», και μάλιστα δεν εντάσσονται στον «παγκόσμιο ιμπεριαλισμό», άρα δεν ανήκουν στον «πυρήνα του χρηματιστικού κεφαλαίου». Κάτι τέτοιο, όμως, κατά τη γνώμη μας, συνιστά απόσπαση της οικονομίας από την πολιτική, αφού σήμερα σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες κυριαρχεί το χρηματιστικό κεφάλαιο, που αποτελεί  σύμφυση του βιομηχανικού και του τραπεζικού κεφαλαίου. Κυριαρχούν τα μονοπώλια, που αποτελούν βασικό γνώρισμα του μονοπωλιακού καπιταλισμού, δηλαδή του ιμπεριαλισμού.

Στο άρθρο, επιπλέον, υπάρχουν διάφορες αντιφάσεις. Έτσι π.χ. καταγγέλλονται ως «φασιστικές» κι ως «πηγή» του λεγόμενου «εξαγώγιμου φασισμού» ορισμένες από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, επειδή καταπατούν και δε σέβονται το διεθνές δίκαιο. Στο άρθρο εκτιμάται πως «ο εξαγόμενος φασισμός είναι η απροκάλυπτη τρομοκρατική ιμπεριαλιστική πολιτική βίας και αιματηρής επίλυσης των ζητημάτων εξασφάλισης των συμφερόντων του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού, που αγνοεί όλους τους νόμους και τους κανόνες του διεθνούς δικαίου και που πυρήνας της είναι το χρηματιστικό κεφάλαιο». Την ίδια ώρα σε άλλο σημείο του άρθρου εκτιμάται πως «πόλεμοι για τις χώρες και τους λαούς μπορεί να είναι δίκαιοι και τα ζητήματα του αστικού δικαίου εδώ δεν έχουν θέση». Ωστόσο το διεθνές δίκαιο είναι κι αυτό κομμάτι του αστικού δικαίου. Όσο υπήρχε η ΕΣΣΔ κι οι άλλες σοσιαλιστικές χώρες αυτό διαμορφώνονταν ως αποτέλεσμα του συσχετισμού δύναμης ανάμεσα στις δυνάμεις του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού, που ωστόσο εξακολουθούσε να είναι αρνητικός και τότε πραγματοποιούνταν ιμπεριαλιστικά εγκλήματα. Μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού το διεθνές δίκαιο καθορίζεται αποκλειστικά ως αποτέλεσμα του συσχετισμού δύναμης ανάμεσα σε καπιταλιστικά κράτη, αντιδραστικοποιείται παραπέρα και χρησιμοποιείται από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις κατά το δοκούν, στα πλαίσια των ανταγωνισμών τους και σε βάρος των λαών.

 Συγχύσεις κι αντικρουόμενες απόψεις υπάρχουν στο άρθρο και στο ζήτημα του διαχωρισμού της εσωτερικής από την εξωτερική πολιτική των αστικών κρατών, όπως και στις αιτίες γέννησης του φασιστικού φαινομένου.

Αν και το άρθρο γίνεται προσπάθεια να τεκμηριωθεί στον ορισμό του φασισμού που έδωσε η ΚΔ το 1935, εκτιμούμε πως οι παραπάνω προσεγγίσεις στις οποίες αναφερθήκαμε, δεν προκύπτουν απ’ αυτόν. Επιπλέον, θέλουμε να θυμίσουμε πως η Κομμουνιστική Διεθνής πριν απ’ αυτόν τον ορισμό του φασισμού είχε δώσει στο Πρόγραμμά της (1928) άλλον ορισμό, στον οποίο μεταξύ άλλων σημείωνε πως «υπό συγκεκριμένες ειδικές ιστορικές συνθήκες, η πορεία της αστικής, ιμπεριαλιστικής, αντιδραστικής επίθεσης, παίρνει τη μορφή του φασισμού», ενώ τα γνωρίσματα του φασισμού παρουσιάζονταν αναλυτικά στην Απόφαση για τη Διεθνή Κατάσταση στο 6ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (1928). Ωστόσο, στο άρθρο αγνοείται η συγκεκριμένη τοποθέτηση και παίρνεται ως βάση ένας ορισμός, που δόθηκε σε άλλες ιστορικές συνθήκες, όταν οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις σχεδίαζαν την εξαφάνιση του μοναδικού σοσιαλιστικού κράτους στον κόσμο, ενώ από τη μεριά της η ΕΣΣΔ επεδίωκε να προκαλέσει ρήγμα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και να επωφεληθεί από τις αντιθέσεις τους. Παίρνεται, λοιπόν, αυτός ο ορισμός, μακριά από τις ιστορικές συνθήκες που τον «γέννησαν» και επιδιώκεται να μεταφερθεί μηχανιστικά κι έτσι αντιεπιστημονικά στις σημερινές συνθήκες.  Σε κάτι τέτοιο δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε.

Τέλος, θεωρούμε πως η κρίση του κομμουνιστικού κινήματος, που είναι ιδεολογική, πολιτική, οργανωτική, σε συνθήκες όπου ο οπορτουνισμός είναι ισχυρός, δεν αντιμετωπίζεται με χαρακτηρισμούς. Απαιτείται σοβαρή, τεκμηριωμένη ιδεολογική –πολιτική αντιπαράθεση, κι αυτό μας γεμίζει υποχρεώσεις για την ανάπτυξη της επαναστατικής στρατηγικής, των θέσεων, των επιχειρημάτων των κομμάτων μας,   το δούλεμα των επεξεργασιών μας. Γιατί διαφορετικά ο αγώνας κατά του οπορτουνισμού δεν θα έχει υπόσταση, δεν θα είναι αποτελεσματικός.

 

Συμμέτοχοι